Έντονη ανησυχία επικρατεί στις χώρες του Κόλπου για το ενδεχόμενο επανάληψης των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, καθώς εκτιμούν ότι η Τεχεράνη έχει ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες και είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένη για μια νέα σύγκρουση.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής φοβούνται ότι ένας δεύτερος γύρος πολέμου θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές στη Μέση Ανατολή, με τις ίδιες να καλούνται να πληρώσουν βαρύ τίμημα, παρότι δεν συμμετείχαν στην έναρξη των εχθροπραξιών.
«Βρισκόμαστε παρασυρμένοι σε μια κρίση την οποία καταβάλαμε πολύ μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να αποτρέψουμε», δήλωσε την Κυριακή ο Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, στο φόρουμ IISS Manama Dialogue στο Μπαχρέιν. Όπως τόνισε, η επιδίωξη των χωρών της περιοχής είναι ξεκάθαρα μια πολιτική διέξοδος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα «ολοκληρώσουν τη δουλειά» στο Ιράν. Αν και έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης στις ΗΠΑ, δεν έχει αποκλείσει την επανάληψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου παραμένουν σε αδιέξοδο.
Σύμφωνα με το Bloomberg, μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο μια περιοχή που έχει ήδη υποστεί σοβαρές απώλειες έπειτα από μήνες συγκρούσεων. Το Ιράν έχει εξαπολύσει χιλιάδες πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον κρατών του Κόλπου, πλήττοντας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι επιθέσεις έχουν προκαλέσει δεκάδες θανάτους και τραυματισμούς αμάχων, ενώ έχουν επιφέρει ισχυρό πλήγμα στις οικονομίες της περιοχής. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι η οικονομία της Σαουδικής Αραβίας θα συρρικνωθεί κατά 3,3% φέτος, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ύφεση προβλέπεται για το Κουβέιτ και το Κατάρ.
Ο Μοχάμεντ αλ Μπάσα, συνεργαζόμενος ερευνητής διεθνούς ασφάλειας στο Royal United Services Institute (RUSI), ανέφερε ότι δεν έχει ακούσει κανέναν αξιωματούχο ή πολίτη των χωρών του Κόλπου να τάσσεται υπέρ της επανάληψης των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων. Ωστόσο, όπως σημείωσε, οι περισσότεροι θεωρούν πιθανό έναν νέο γύρο συγκρούσεων και εκτιμούν ότι αυτή τη φορά το Ιράν θα αντιδράσει πιο επιθετικά, χωρίς να ακολουθήσει τους κανόνες εμπλοκής που είχαν εφαρμοστεί προηγουμένως.
Φόβοι για ευρύτερη και πιο καταστροφική σύγκρουση
Την ανησυχία των περιφερειακών κυβερνήσεων εξέφρασε και ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Μπαντρ Αμπντελάτι, ο οποίος χαρακτήρισε το Σάββατο «εξαιρετικά ανησυχητικό» το ενδεχόμενο νέας πολεμικής αναμέτρησης.
«Ο δεύτερος γύρος θα είναι πιο επικίνδυνος, πιο καταστροφικός και δεν θα οδηγήσει πουθενά», προειδοποίησε, καλώντας τις εμπλεκόμενες πλευρές να αντλήσουν διδάγματα από τις προηγούμενες συγκρούσεις.
Οι φόβοι ενισχύθηκαν μετά τις νέες προειδοποιήσεις της Τεχεράνης για διεύρυνση του πολέμου σε περίπτωση νέας επίθεσης. Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, φέρεται να έδωσε το Σάββατο εντολή στους στρατιωτικούς διοικητές να προετοιμαστούν για άμεσα αντίποινα χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς, διευρύνοντας παράλληλα τον κατάλογο των πιθανών αμερικανικών και ισραηλινών στόχων.
Ο ιρανικός στρατός προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα αμερικανοϊσραηλινή επίθεση θα μπορούσε να επεκτείνει τη σύγκρουση σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση.
Σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στο Telegram, ο Χαμενεΐ ανέφερε ότι, σε περίπτωση επανάληψης στρατιωτικών ή τρομοκρατικών επιθέσεων, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις και ο ιρανικός λαός θα καθορίσουν τον χρόνο και τους όρους τερματισμού τους. Την Κυριακή, τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην προειδοποίηση για αντίποινα «χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς».
Το Ιράν διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες
Παρά τους πολύμηνους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, η Τεχεράνη φαίνεται να διατηρεί τη δυνατότητα παραγωγής πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Σύμφωνα με Δυτικούς αξιωματούχους που μίλησαν στο Bloomberg τον Οκτώβριο, το Ιράν εξακολουθεί να μπορεί να κατασκευάζει επαρκείς ποσότητες πυραύλων και drones, ώστε να αναπληρώνει μέρος των αποθεμάτων του.
Ένας από τους αξιωματούχους ανέφερε ότι η χώρα διαθέτει ακόμη σημαντικά αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και ορισμένων αντιπλοϊκών όπλων, ενώ πρόσθεσε ότι λαμβάνει πυραύλους και από τη Ρωσία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου έως τις αρχές Οκτωβρίου, το Ιράν είχε εκτοξεύσει περισσότερα από 4.000 μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Σαχέντ και τουλάχιστον 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους.
Παράλληλα, εκτιμήσεις δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών τον Ιούνιο ανέφεραν ότι η Τεχεράνη διατηρούσε περίπου το 75% των πυρομαχικών που διέθετε πριν από τον πόλεμο. Ωστόσο, το σημερινό μέγεθος των στρατιωτικών αποθεμάτων της παραμένει άγνωστο.
Ο Εμίλ Χοκαγιέμ, διευθυντής περιφερειακής ασφάλειας και ανώτερος ερευνητής για θέματα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (IISS), εκτίμησε ότι το Ιράν είναι πλέον πολύ καλύτερα προετοιμασμένο για μια νέα σύγκρουση.
Όπως εξήγησε, η αντίδραση της Τεχεράνης στις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου έδειξε ότι είχε αξιολογήσει τις προηγούμενες αδυναμίες της και είχε προσαρμόσει τη στρατιωτική της στρατηγική. Παρότι αυτό δεν συνιστούσε νίκη για το Ιράν, κατά τον ίδιο απέδειξε ότι οι ένοπλες δυνάμεις του μπορούν να προσαρμόζονται και να αντιμετωπίζουν τους αντιπάλους τους.
Πίεση στα αποθέματα αντιαεροπορικής άμυνας των χωρών του Κόλπου
Την ίδια ώρα, τα κράτη του Κόλπου επιχειρούν να αναπληρώσουν τα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης, τα οποία έχουν μειωθεί έπειτα από μήνες επιθέσεων με πυραύλους και drones.
Έκθεση του IISS, που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή, επισημαίνει ότι η προσπάθεια αυτή γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία καταγράφονται διεθνείς ελλείψεις σε συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, ενώ οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δίνουν προτεραιότητα στην κάλυψη των δικών τους αναγκών.
Ο πόλεμος ανέδειξε επίσης το υψηλό οικονομικό κόστος της χρήσης προηγμένων και ακριβών πυραύλων αναχαίτισης για την κατάρριψη σχετικά φθηνών ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Για τον περιορισμό αυτής της επιβάρυνσης, οι χώρες του Κόλπου στρέφονται όλο και περισσότερο στη χρήση επιθετικών ελικοπτέρων, μαχητικών αεροσκαφών, αντιαεροπορικών πυροβόλων και συστημάτων ηλεκτρονικών παρεμβολών.
Η δυσαρέσκεια στην περιοχή εντείνεται και λόγω του γεγονότος ότι τα κράτη του Κόλπου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μιας σύγκρουσης στην οποία, όπως υποστηρίζουν, δεν επέλεξαν να συμμετάσχουν.
«Τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου δεν ήταν μέρος του πολέμου και δεν τον επιδίωξαν», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του οργανισμού, Τζάσεμ αλ Μπουντάιουι.
Στο φόρουμ της Μανάμα, οι αξιωματούχοι επαίνεσαν δημοσίως σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο των ΗΠΑ στην ασφάλεια της περιοχής. Ωστόσο, σύμφωνα με το Bloomberg, σε ιδιωτικές συνομιλίες εξέφρασαν απογοήτευση για τη στρατιωτική και διπλωματική στάση της Ουάσιγκτον.
Ο Χασάν αλ Χασάν, ανώτερος ερευνητής για την πολιτική της Μέσης Ανατολής στο IISS, έκανε λόγο για εκτεταμένη δυσαρέσκεια απέναντι στις ΗΠΑ, λόγω της απόφασης να εμπλακούν στον πόλεμο, της απρόβλεπτης στρατιωτικής και διπλωματικής τους στάσης και της προτεραιότητας που, όπως υποστήριξε, δόθηκε στην άμυνα του Ισραήλ έναντι εκείνης των εταίρων τους στον Κόλπο.
Μάλιστα, συνέκρινε τη σημερινή κατάσταση με την αμερικανική επέμβαση για την απελευθέρωση του Κουβέιτ το 1991, υποστηρίζοντας ότι, ενώ τότε εδραιώθηκε ο ρόλος των ΗΠΑ στην περιοχή, ο πόλεμος του 2026 ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής για την αμερικανική παρουσία.
Διπλωματικός αγώνας για να αποτραπεί νέα επίθεση
Παρά τις ανησυχίες, οι χώρες του Κόλπου συνεχίζουν τις διπλωματικές προσπάθειες για να αποτρέψουν μια νέα αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.
Ανώτεροι αξιωματούχοι από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν επισκέφθηκαν την Τεχεράνη την περασμένη εβδομάδα, ενώ μεσολαβητές από το Κατάρ πραγματοποίησαν συνομιλίες με την ιρανική πλευρά τόσο στην Τεχεράνη όσο και στην Ντόχα.
Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις εξακολουθούν να προσκρούουν σε σημαντικές διαφωνίες. Το Ιράν ζητά την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, τη χαλάρωση των κυρώσεων και την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων, προτού προχωρήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον ζητά παραχωρήσεις από την Τεχεράνη στο πυρηνικό της πρόγραμμα.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε την Κυριακή ότι οι μεσολαβητές εξετάζουν πρόταση για την επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού μέσα σε δύο ημέρες, εφόσον προηγηθεί συμφωνία με τις ΗΠΑ και ικανοποιηθούν οι όροι της Τεχεράνης.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η έκβαση των συνομιλιών εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δώσει η αμερικανική πλευρά στα ερωτήματα του Ιράν.
Ο Ανουάρ Γκαργκάς προειδοποίησε ότι η αποτυχία γεφύρωσης των διαφορών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ιδιαίτερα επικίνδυνες εξελίξεις. «Εάν δεν γεφυρωθούν αυτές οι διαφορές, τότε πρέπει να φοβόμαστε τα χειρότερα», δήλωσε χαρακτηριστικά.