Για δεκαετίες, το δίκτυο σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας της Ισπανίας αποτελούσε σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας, αποτυπώνοντας τον ταχύ εκσυγχρονισμό της χώρας και την οικονομική της άνοδο στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι διαδοχικές πολύνεκρες τραγωδίες επαναφέρουν με ένταση τα ερωτήματα για την ασφάλεια των υποδομών, τη συντήρηση του δικτύου και τις επενδυτικές επιλογές των προηγούμενων ετών.
Το δυστύχημα της Τετάρτης, το οποίο ακολουθεί μια ακόμη σιδηροδρομική τραγωδία με δεκάδες νεκρούς τον Ιανουάριο, μετατρέπει πλέον αυτή την κληρονομιά σε πολιτικό πρόβλημα για την ισπανική κυβέρνηση. Η κατάσταση των σιδηροδρόμων αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης ενόψει των πρόωρων εκλογών της 29ης Νοεμβρίου.
«Ο θάνατος περισσότερων από 100 ανθρώπων σε δύο σιδηροδρομικά δυστυχήματα μέσα σε οκτώ μήνες εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ακεραιότητα του σιδηροδρομικού συστήματος», δήλωσε την Πέμπτη ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Άλμπερτο Νούνιεθ Φεϊχόο, ζητώντας απαντήσεις για τα αίτια των τραγωδιών.
Η διερεύνηση της υπόθεσης, πάντως, δεν είναι απλή. Ειδικοί εκτιμούν ότι στην τραγωδία, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 69 άνθρωποι κοντά στο Τολέδο, ενδέχεται να συνέβαλαν πολλοί παράγοντες, από το ανθρώπινο λάθος και τα προβλήματα συντήρησης μέχρι τις περικοπές δαπανών και τις καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών συστημάτων ασφαλείας.
Σύμφωνα με το ισπανικό υπουργείο Μεταφορών, η προκαταρκτική έρευνα δείχνει ότι προηγήθηκε μια αλληλουχία αστοχιών. Βλάβη σε υπολογιστή έθεσε εκτός λειτουργίας το γερμανικής κατασκευής σύστημα σηματοδότησης, το οποίο είχε εγκατασταθεί το 1992.
Στη συνέχεια, εργαζόμενοι του σιδηροδρομικού δικτύου ανέλαβαν χειροκίνητα τον έλεγχο και έδωσαν άδεια σε συρμό να κινηθεί σε γραμμή όπου είχε ήδη ακινητοποιηθεί άλλο τρένο, με αποτέλεσμα τη φονική σύγκρουση.
Ο Χάιμε Ταμαρίτ, πρώην διευθυντής ευρωπαϊκού εργαστηρίου πιστοποίησης συστημάτων σηματοδότησης, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην εποπτεία της ανάπτυξης του πανευρωπαϊκού συστήματος πρόληψης σιδηροδρομικών ατυχημάτων, υποστήριξε ότι το περιστατικό αποκαλύπτει τη σοβαρότητα των προβλημάτων στο ισπανικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας.
Όπως εξήγησε, βασικός σκοπός των συστημάτων προστασίας είναι να αποτρέπουν τα δυστυχήματα ακόμη και όταν σημειώνονται ανθρώπινα λάθη. Ως εκ τούτου, η αδυναμία λειτουργίας ενός τόσο κρίσιμου μηχανισμού εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση των υποδομών.
Επενδύσεις στις νέες γραμμές, λιγότερα χρήματα στη συντήρηση
Οι επενδύσεις στους ισπανικούς σιδηροδρόμους μειώθηκαν δραστικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και των χρόνων λιτότητας που ακολούθησαν. Παρά την ανάκαμψη των δαπανών τα επόμενα χρόνια, οι πραγματικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των επιπέδων που είχαν καταγραφεί πριν από την κρίση.
Την περίοδο 2018-2022, η Ισπανία διέθεσε κατά μέσο όρο 1,5 δισ. ευρώ ετησίως για το δίκτυο υψηλής ταχύτητας, ποσό υψηλότερο από τις αντίστοιχες δαπάνες της Γαλλίας και της Γερμανίας. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων κατευθύνθηκε στην κατασκευή νέων υποδομών και όχι στη συντήρηση των υφιστάμενων γραμμών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εργασίες συντήρησης, ανακαίνισης και αναβάθμισης αντιστοιχούσαν μόλις στο 16% των ισπανικών δαπανών για τους σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας. Το αντίστοιχο ποσοστό κυμαινόταν μεταξύ 34% και 39% στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία.
Ο Ταμαρίτ επισήμανε ότι η επέκταση του δικτύου συνεπάγεται αναγκαστικά μεγαλύτερες ανάγκες σε προσωπικό και συντήρηση. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην πολιτική προτεραιότητα που δίνεται συχνά σε νέα, εντυπωσιακά έργα, σε βάρος της διατήρησης των ήδη υπαρχουσών υποδομών, σημειώνοντας ότι η συντήρηση είναι απαραίτητη, αλλά δεν προσφέρει το ίδιο πολιτικό όφελος.
Από την πλευρά της, η Adif, ο κρατικός διαχειριστής των σιδηροδρομικών υποδομών της Ισπανίας, έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί την επάρκεια του συστήματος συντήρησης, υποστηρίζοντας ότι τηρούνται όλες οι απαιτήσεις ασφαλείας. Η εταιρεία δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.
Οι σκιές από προηγούμενες σιδηροδρομικές τραγωδίες
Η νέα σύγκρουση επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση και το πολύνεκρο δυστύχημα του 2013 στο Άνγκροις της Γαλικίας, όταν 80 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 152 τραυματίστηκαν.
Η Άνα Μιράντα, ευρωβουλευτής του εθνικιστικού κόμματος BNG της Γαλικίας, κατηγόρησε τις ισπανικές αρχές ότι δεν αξιοποίησαν τα συμπεράσματα προηγούμενων τραγωδιών. Υποστήριξε ότι και τότε η έρευνα επικεντρώθηκε κυρίως στο ανθρώπινο λάθος, χωρίς να εξεταστούν επαρκώς τα τεχνικά και συστημικά προβλήματα που ενδεχομένως συνέβαλαν στο δυστύχημα.
Η ίδια προειδοποίησε ότι υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθεί η ίδια προσέγγιση και στην πρόσφατη τραγωδία, με την ευθύνη να αποδίδεται στους εργαζομένους του ελέγχου της κυκλοφορίας, αντί να διερευνηθούν συνολικά οι αιτίες.
Το 2016, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων είχε καταλήξει ότι η έρευνα για το δυστύχημα στο Άνγκροις δεν πληρούσε τα απαιτούμενα πρότυπα ανεξαρτησίας και είχε εισηγηθεί τη διεξαγωγή νέας έρευνας. Ακολούθησαν διαδικασίες επί παραβάσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω ευρύτερων ελλείψεων στην εποπτεία της σιδηροδρομικής ασφάλειας στην Ισπανία.
Ερωτήματα έχουν προκύψει και για την έρευνα σχετικά με το δυστύχημα του Ιανουαρίου στο Αδαμούθ, στο οποίο σκοτώθηκαν 46 άνθρωποι. Ανεξάρτητος τεχνικός ερευνητής που συμμετέχει στη διερεύνηση έχει υποστηρίξει ότι η Adif τροποποίησε εκθέσεις για το περιστατικό, ενώ αμφισβητήσεις έχουν διατυπωθεί και για την τεκμηρίωση των επιθεωρήσεων στις συγκολλήσεις των σιδηροτροχιών στο σημείο της σύγκρουσης.
Η Adif απορρίπτει τις καταγγελίες περί παρατυπιών και δηλώνει ότι συνεργάζεται με τη δικαστική έρευνα.
Η Μιράντα αποδίδει τις επαναλαμβανόμενες αδυναμίες σε διαχρονική πολιτική ευθύνη, στρέφοντας τα πυρά της τόσο κατά του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος, που κυβερνούσε κατά το δυστύχημα του 2013, όσο και κατά των Σοσιαλιστών του Πέδρο Σάντσεθ, οι οποίοι βρίσκονται στην εξουσία από το 2018. Κατά την ίδια, τα δύο κόμματα έχουν διατηρήσει ένα «σύμφωνο σιωπής» γύρω από τα προβλήματα των σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας.
Η Ευρώπη καθυστερεί τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων ασφαλείας
Η τραγωδία στην Ισπανία αναδεικνύει παράλληλα τις καθυστερήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντικατάσταση των διαφορετικών εθνικών συστημάτων σηματοδότησης από μια ενιαία, σύγχρονη τεχνολογία, την ώρα που πολλά σιδηροδρομικά δίκτυα εξακολουθούν να βασίζονται σε παλαιές υποδομές.
Οι δύο συρμοί που ενεπλάκησαν στη σύγκρουση κοντά στο Τολέδο δεν διέθεταν το ERTMS, το ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας. Η τεχνολογία αυτή μπορεί να ενεργοποιήσει αυτόματα τα φρένα όταν ένα τρένο υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας ή παραβιάζει τα σήματα.
Στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψης μετά την πανδημία, η Ισπανία είχε προβλέψει επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της σηματοδότησης και των συστημάτων ελέγχου της κυκλοφορίας, μεταξύ άλλων μέσω της εγκατάστασης του ERTMS. Αντίστοιχη αναβάθμιση είχε εγκριθεί το 2020 και για τη γραμμή Μαδρίτης-Σεβίλλης, ωστόσο το έργο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Μέχρι στιγμής, οι ερευνητές δεν έχουν καταλήξει εάν η ύπαρξη του ERTMS θα μπορούσε να είχε αποτρέψει τη σύγκρουση της Τετάρτης.
Η καθυστέρηση, πάντως, δεν αφορά μόνο την Ισπανία. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους Σιδηροδρόμους, έως το τέλος του 2024 το ETCS, το βασικό σύστημα σηματοδότησης του ERTMS, λειτουργούσε σε περίπου 12.400 χιλιόμετρα γραμμών, δηλαδή μόλις στο 10% του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών.
Τα εθνικά σχέδια προβλέπουν την επέκταση της κάλυψης στα 40.000 χιλιόμετρα έως το 2030, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως συνολικό στόχο τον εξοπλισμό περίπου 63.000 χιλιομέτρων. Ωστόσο, αξιωματούχος της ΕΕ εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο οι στόχοι θα επιτευχθούν εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος.
Όπως ανέφερε, οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες και η καθυστέρηση στην υιοθέτηση ενός κοινού συστήματος συνέβαλαν στο πρόβλημα. Η ουσιαστική απόφαση για την καθιέρωση του ERTMS ως ενιαίου ευρωπαϊκού προτύπου ελήφθη μόλις το 2024.
Την ίδια στιγμή, η ΕΕ επιδιώκει την εγκατάσταση του συστήματος στο 57% των βασικών σιδηροδρομικών διαδρόμων έως το 2030, ένας στόχος που πλέον θεωρείται δύσκολο να επιτευχθεί.
Ανησυχία για τις χρηματοδοτήσεις και τις νέες περικοπές
Οι εκπρόσωποι του σιδηροδρομικού κλάδου στις Βρυξέλλες προειδοποιούν ότι τα διαθέσιμα κονδύλια για την αναβάθμιση των υποδομών και των συστημάτων σηματοδότησης δεν επαρκούν. Οι ανησυχίες εντάθηκαν μετά την πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ για μείωση κατά 14% του προϋπολογισμού του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη», σε σχέση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό.
Παράλληλα, πρόσθετα εμπόδια ενδέχεται να προκύψουν από πιθανές περικοπές στην ευρωπαϊκή σιδηροδρομική έρευνα. Σχέδιο για τη νέα δομή του προγράμματος Horizon Europe, το οποίο εξέτασε το POLITICO, προβλέπει το ενδεχόμενο πλήρους κατάργησης της χρηματοδότησης της έρευνας για τους σιδηροδρόμους, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη έρευνα είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη και εφαρμογή του ERTMS.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί, πάντως, να επιταχύνει τη διαδικασία. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, εκπρόσωποι της βιομηχανίας και αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες, προκειμένου να συζητήσουν μια «Συμφωνία ERTMS». Στόχος είναι η εναρμόνιση των τεχνικών προδιαγραφών, η ταχύτερη έγκριση των συστημάτων και η ενίσχυση των εγκαταστάσεων μέσω ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Ωστόσο, το τεχνικό σχέδιο της πρωτοβουλίας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό επεξεργασία. Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται έως το τέλος του 2027, ενώ ορισμένα τμήματα θα χρειαστούν πρόσθετες δοκιμές και πιστοποίηση.
Οι καθυστερήσεις αφήνουν πλέον περιορισμένα περιθώρια για την επίτευξη των στόχων του 2030. Την ίδια ώρα, η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές συμβάσεις και τη χρηματοδότηση δυσκολεύει τις εταιρείες του κλάδου να αυξήσουν την παραγωγή τους.
Η ισπανική τραγωδία αποτελεί, έτσι, μια οδυνηρή υπενθύμιση ότι ο εκσυγχρονισμός των σιδηροδρόμων και η συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών δεν αποτελούν απλώς ζήτημα τεχνολογικής προόδου ή οικονομικών επιλογών, αλλά ζήτημα ανθρώπινων ζωών.