Ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος το 2017 είχε προβάλει την ανανέωση της γαλλικής πολιτικής σκηνής και είχε επιχειρήσει να προσεγγίσει τη νέα γενιά, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των νέων.
Καθώς η προεδρική του θητεία πλησιάζει στο τέλος της, μαθητές και φοιτητές εκφράζουν ολοένα εντονότερα την απογοήτευσή τους για τις κυβερνητικές επιλογές, συμμετέχοντας από τα μέσα Σεπτεμβρίου σε κινητοποιήσεις κατά της πολιτικής της κυβέρνησης.
Η λεγόμενη «γενιά του Covid», που βίωσε την πανδημία σε μια κρίσιμη περίοδο της κοινωνικής και εκπαιδευτικής της ανάπτυξης, αντιμετωπίζει αυξημένη αβεβαιότητα για το μέλλον. Οι νέοι επιχειρούν πλέον να συντονίσουν τις αντιδράσεις τους με άλλες κοινωνικές ομάδες, διεκδικώντας μεγαλύτερη προσοχή στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Το 2017, ο Μακρόν είχε παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως σύμβολο πολιτικής ανανέωσης, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη γενιά πολιτικών. Σε ηλικία μόλις 39 ετών, προέβαλε την εικόνα ενός προέδρου που θα μπορούσε να εκφράσει μια διαφορετική εποχή για τη Γαλλία. Ωστόσο, η εκλογική του απήχηση στους νεότερους δεν ήταν εξαρχής τόσο ισχυρή όσο συχνά παρουσιαζόταν.
Σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Ιψός-Μπι-Βι-Α, στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017 ο Μακρόν κατέλαβε την τρίτη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 24 ετών, πίσω από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και τη Μαρίν Λεπέν. Αντίθετα, είχε μεγαλύτερη απήχηση στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών.
Η αναλύτρια της Ιψός-Μπι-Βι-Α, Αντελαΐντ Ζουλφικαρμπασίκ, επισημαίνει ότι η εκλογική βάση του Γάλλου προέδρου έχει πλέον μεγαλώσει ηλικιακά, ενώ η υποστήριξή του από τους νεότερους έχει υποχωρήσει.
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η απομάκρυνση των νέων
Σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση των σχέσεων της κυβέρνησης με τη νεολαία αποδίδεται στις αλλαγές στην εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση του λυκείου το 2019, καθώς και οι επανειλημμένες τροποποιήσεις στο σύστημα των απολυτήριων εξετάσεων, στην εξεταστέα ύλη και στα σχολικά προγράμματα, προκάλεσαν αντιδράσεις και ενίσχυσαν την αίσθηση αστάθειας.
Η ιστορικός Μανόν Πινιό υποστηρίζει ότι οι αλλαγές εφαρμόστηκαν χωρίς επαρκή διαβούλευση, διαταράσσοντας τη συνοχή των σχολικών τμημάτων και την οργάνωση της καθημερινής λειτουργίας των σχολείων. Όπως σημειώνει, το κλίμα στην εκπαιδευτική κοινότητα έγινε πιο τεταμένο, ενώ οι μαθητές έχασαν σταδιακά σταθερά σημεία αναφοράς.
Παράλληλα, οι περικοπές στο στεγαστικό επίδομα, η αμφιλεγόμενη πλατφόρμα Παρκουρσούπ για την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και τα σχέδια για την καθολική εθνική υπηρεσία συνέβαλαν στην απομάκρυνση μέρους της νεολαίας από τον πρόεδρο. Αντιδράσεις προκάλεσαν επίσης ο συγκεντρωτικός τρόπος διακυβέρνησης και δημόσιες δηλώσεις του Μακρόν, όπως εκείνη του 2018 προς έναν νεαρό άνεργο κηπουρό, όταν του είπε ότι θα μπορούσε να του βρει δουλειά περνώντας απλώς απέναντι στον δρόμο.
Κατά την Αντελαΐντ Ζουλφικαρμπασίκ, η αρχική περίοδος θετικής υποδοχής του Μακρόν από τους νέους ήταν σύντομη, ενώ η μεταρρύθμιση του στεγαστικού επιδόματος αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα στην εικόνα του.
Από τις μαθητικές κινητοποιήσεις στην εμπειρία της πανδημίας
Οι αντιδράσεις των μαθητών είχαν εκδηλωθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του. Το 2018, η αστυνομία συνέλαβε περίπου 100 εφήβους κατά τη διάρκεια κινητοποίησης στο λύκειο Αραγκό του Παρισιού. Την ίδια χρονιά, έντονες αντιδράσεις προκάλεσαν εικόνες μαθητών στο Μαντ-λα-Ζολί, στα δυτικά προάστια της γαλλικής πρωτεύουσας, οι οποίοι εμφανίζονταν γονατισμένοι με τα χέρια πίσω από το κεφάλι υπό την επιτήρηση αστυνομικών.
Στα τέλη του 2019, η αυτοπυρπόληση ενός φοιτητή έξω από εκπαιδευτική υπηρεσία στη Λυών έφερε στο προσκήνιο την ψυχολογική πίεση και την οικονομική επισφάλεια που αντιμετώπιζαν πολλοί νέοι.
Η πανδημία του κορονοϊού επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση. Τα περιοριστικά μέτρα και η παρατεταμένη διακοπή της διά ζώσης εκπαιδευτικής διαδικασίας απομόνωσαν μια γενιά που βρισκόταν στην αρχή της κοινωνικής της ζωής. Τον Οκτώβριο του 2020, ο Μακρόν αναγνώρισε δημόσια τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι νέοι, δηλώνοντας ότι ήταν δύσκολο να είναι κανείς 20 ετών εκείνη την περίοδο.
Η εμπειρία περιλάμβανε την ανατροπή του εκπαιδευτικού προγραμματισμού, την αβεβαιότητα για τις σπουδές και την αγωνία σχετικά με την είσοδο στην αγορά εργασίας. Παρά τις προσπάθειες του προεδρικού επιτελείου να διατηρήσει την εικόνα του Μακρόν ως «προέδρου των νέων», η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τη νεολαία συνέχισε να μεγαλώνει.
Ενδεικτική της δυσκολίας του να συνδεθεί με τις νεότερες ηλικίες ήταν και η δήλωσή του, τον Ιούνιο του 2025, ότι δεν υπήρξε ποτέ έφηβος και ότι δεν κατανοούσε ιδιαίτερα τους εφήβους. Παρ' όλα αυτά, τον Φεβρουάριο του 2026 υπογράμμισε ότι η μακρά παραμονή του στην προεδρία δημιουργεί μια ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι στους νέους που δεν έχουν γνωρίσει άλλον πρόεδρο.
Συντάξεις, Ουκρανία και αλλαγή κυβερνητικών προτεραιοτήτων
Η απομάκρυνση της νεολαίας συνδέεται και με τη μετατόπιση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, με την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές συγκρούσεις της προεδρίας Μακρόν.
Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενίσχυση των αμυντικών αναγκών της Ευρώπης έφεραν στο προσκήνιο νέες απαιτήσεις για τη γαλλική κοινωνία, με την κυβέρνηση να καλεί τους νέους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις ασφαλείας και να απορρίψουν μια ηττοπαθή στάση.
Την ίδια ώρα, οι συχνές αλλαγές υπουργών Παιδείας και η στασιμότητα των εκπαιδευτικών δαπανών ενισχύουν, σύμφωνα με τους επικριτές της κυβέρνησης, την εντύπωση ότι οι ανάγκες της νέας γενιάς δεν βρίσκονται στο επίκεντρο των πολιτικών επιλογών.
Την κριτική αυτή εξέφρασε και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λε Μερ, ο οποίος συνεργάστηκε επί χρόνια με τον Μακρόν. Χαρακτήρισε «πραγματικό σκάνδαλο» την αύξηση των δημόσιων δαπανών για τους συνταξιούχους, την ώρα που οι πόροι για την εκπαίδευση παραμένουν στάσιμοι.
«Μην απορείτε όταν βλέπετε μαθητές λυκείου στους δρόμους», δήλωσε στις 15 Οκτωβρίου, συνοψίζοντας την κριτική για την αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των νεότερων γενεών.
Καθώς η Γαλλία οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027, η δυσαρέσκεια των νέων αναδεικνύεται σε ένα από τα ανοιχτά ζητήματα της πολιτικής συζήτησης. Η οικονομική ανασφάλεια, οι δυσκολίες στην εκπαίδευση και η αβεβαιότητα για την επαγγελματική αποκατάσταση τροφοδοτούν τις κινητοποιήσεις, ενώ η μειωμένη συμμετοχή των νεότερων στις εκλογές δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την πολιτική τους εκπροσώπηση.