Η νέα αμερικανική συμφωνία για τον αφοπλισμό της Χαμάς και την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τη Γάζα θυμίζει περισσότερο μια διπλωματική δοκιμασία τακτικισμού παρά μια ουσιαστική ειρηνευτική διευθέτηση, καθώς κάθε πλευρά αποδέχθηκε τόσα ώστε να μετακυλίσει την ευθύνη του πιθανού αδιεξόδου στον αντίπαλο.
Η Χαμάς εμφανίζεται διαλλακτική πόνταροντας στην άρνηση του Ισραήλ να αποσυρθεί πρώτο, το Ισραήλ δείχνει συνεργάσιμο γνωρίζοντας ότι η Χαμάς δεν θα παραδώσει τον οπλισμό της, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ εξασφαλίζει έναν θετικό πρωτοσέλιδο τίτλο.
Ωστόσο, πίσω από τις πανηγυρικές ανακοινώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παραμένει παντελώς ασαφές τι ακριβώς συμφωνήθηκε, ειδικά ως προς το αν ο αφοπλισμός αφορά μόνο τα βαρέα όπλα και τους πυραύλους ή και τα δεκάδες χιλιάδες φορητά όπλα που εξασφαλίζουν τον καθημερινό έλεγχο της οργανώσεως στην περιοχή.
Η χρονική στιγμή της συμφωνίας εξυπηρετεί άμεσα τις πολιτικές αναγκαιότητες των εμπλεκομένων. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η ανακοίνωση προσφέρει μια απαραίτητη διπλωματική νίκη εν μέσω της παρατεταμένης αντιπαράθεσης με το Ιράν, η οποία έχει προκαλέσει αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και πτώση των ποσοστών αποδοχής του.
Για τη Χαμάς, η οποία δέχεται ασφυκτική πίεση λόγω του ναυτικού αποκλεισμού του Ιράν, της δυσαρέσκειας του τοπικού πληθυσμού και των πιέσεων από Κατάρ και Αίγυπτο, η αποδοχή της συμφωνίας συνιστά ελιγμό χαμηλού ρίσκου που μεταφέρει την πίεση στο Τελ Αβίβ.
Η οργάνωση θέτει ως προϋπόθεση την πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων και τη ροή ανθρωπιστικής βοήθειας πριν από κάθε βήμα αφοπλισμού, γνωρίζοντας ότι η δική της συμμόρφωση είναι εξαιρετικά δύσκολο να επαληθευτεί.
Από την πλευρά του, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δυσεπίλυτο δίλημμα, καθώς δέχεται πιέσεις από τον Λευκό Οίκο για συνεργασία, ενώ οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί του εταίροι απορρίπτουν κάθε παραχώρηση ενόψει των επικείμενων ισραηλινών εκλογών.
Η διατήρηση της ηγεσίας και του ελαφρού οπλισμού της Χαμάς απέχει παρασάγγας από την «ολοκληρωτική νίκη» που υποσχόταν στους ψηφοφόρους του, με αποτέλεσμα να επιλέγει μια τακτική περιορισμένης συμμόρφωσης, προσδοκώντας ότι η στάση της Χαμάς θα του δώσει την αφορμή για υπαναχώρηση.
Παράλληλα, το δομικό αδιέξοδο της αλληλουχίας των βημάτων —με το Ισραήλ να ζητά αφοπλισμό για να αποσυρθεί και τη Χαμάς να ζητά αποχώρηση για να αφοπλιστεί— παραμένει άλυτο.
Η εφαρμογή της συμφωνίας καθίσταται ακόμη πιο μετέωρη εξαιτίας της αδυναμίας της Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης, η οποία αριθμεί μόλις 200 στρατιώτες έναντι των 5.000 που απαιτούνται, ενώ καμία χώρα δεν φαίνεται διατεθειμένη να αναλάβει το ρίσκο αποστολής στρατευμάτων στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι της Γάζας αντιμετωπίζουν την ανακοίνωση με έντονο σκεπτικισμό, βιώνοντας την επέκταση του ισραηλινού ελέγχου στο 70% των εδαφών τους και τις συνεχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις, παρά τις προηγούμενες εξαγγελίες περί εκεχειρίας.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το επικρατέστερο σενάριο κάνει λόγο για μια αργή και μερική εφαρμογή που θα βαλτώσει γρήγορα σε εκατέρωθεν κατηγορίες, αφήνοντας την ουσία της σύγκρουσης ανεπηρέαστη εκτός αν υπάρξει πρωτοφανής συντονισμένη πίεση τις αμέσως επόμενες ημέρες.