Όταν ο Σι Τζινπίνγκ, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, δήλωσε ότι «η παγίδα του Θουκυδίδη μπορεί να ξεπεραστεί», έκανε κάτι περισσότερο από μια ιστορική αναφορά. Μιλώντας δίπλα στον Τραμπ, έθεσε το κεντρικό ερώτημα αν μπορούν ΗΠΑ και Κίνα να αναδιατάξουν τη μεταξύ τους ισορροπία χωρίς να οδηγηθούν σε πόλεμο;
Η φράση περιείχε μια πρόσκληση συνεννόησης, αλλά μπορούσε να διαβαστεί και ως διεκδίκηση… Η Ουάσιγκτον καλείται να αναγνωρίσει, ότι απέναντί της βρίσκεται μια δύναμη, που απαιτεί ισότιμο στρατηγικό ρόλο. Αυτή είναι η πολιτική σημασία της επίκλησης του αρχαίου ιστορικού.
Η «παγίδα του Θουκυδίδη», όρος που καθιέρωσε ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Γκράχαμ Άλισον, περιγράφει τον κίνδυνο σύγκρουσης, όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί την πρωτοκαθεδρία μιας κυρίαρχης. Αφετηρία της φράσης η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη.
Πρόκειται, όμως, για σύγχρονο αναλυτικό σχήμα, όχι για απαράβατο ιστορικό νόμο. Ακόμη και στην έρευνα του Άλισον, τέσσερις από τις δεκαέξι περιπτώσεις ανταγωνισμού που εξετάστηκαν δεν κατέληξαν σε πόλεμο. Η ιστορία προειδοποιεί, δεν προδικάζει.
Και οι σημερινοί ηγέτες δεν μπορούν να επικαλούνται την αρχαιότητα και κυρίως την ιστορία για να απαλλαγούν από την ευθύνη των επιλογών τους.
Για το Πεκίνο, αυτή η συζήτηση έχει συγκεκριμένη διπλωματική χρησιμότητα. Επί της ουσίας, ο Σι επιχειρεί να παρουσιάσει την κινεζική άνοδο ως μια πραγματικότητα, που απαιτεί προσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής.
Δηλώνοντας, ότι η κινεζική ισχυροποίηση και η επιδίωξη του Τραμπ να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη μπορούν να συμβαδίσουν, προτείνει ένα πλαίσιο συνύπαρξης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους. Η αναγνώριση της ισχύος της Κίνας δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε κινεζικής αξίωσης. Διαφορετικά, η αποφυγή της σύγκρουσης κινδυνεύει να μετατραπεί σε επιχείρημα για παραχωρήσεις, ακόμη και εις βάρος τρίτων χωρών.
Η Ταϊβάν αποκαλύπτει το όριο αυτής της ρητορικής. Σύμφωνα με την κινεζική ανακοίνωση των συνομιλιών, ο Σι ζήτησε από την αμερικανική πλευρά να αντιταχθεί στην ανεξαρτησία της και να χειριστεί προσεκτικά το ζήτημα. Παράλληλα, εμπόριο και τεχνητή νοημοσύνη βρέθηκαν στην ατζέντα, με το Πεκίνο να προβάλλει τη δυνατότητα συνεργασίας.
Εδώ βρίσκεται η δυσκολία: Οι δύο χώρες συζητούν για οικονομική σταθερότητα, ενώ ανταγωνίζονται για τις τεχνολογίες, που θα καθορίσουν την αυριανή ισχύ. Μια εμπορική διευθέτηση μπορεί να περιορίζει τις τριβές, χωρίς να επιλύει τις στρατηγικές διαφορές. Και η προσωπική οικειότητα των προέδρων δεν μπορεί να αποτελεί μηχανισμό διαχείρισης μιας στρατιωτικής κρίσης,
Χρειάζεται, επομένως, προσοχή και στην ίδια την ιστορική αναλογία. Πρόσφατη ανάλυση του Texas National Security Review επισημαίνει, ότι οι επιλεκτικές αναγνώσεις του Θουκυδίδη συχνά υποβαθμίζουν τις πολιτικές επιλογές, τις ιδιαίτερες αντιλήψεις και τις εσωτερικές πιέσεις, που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των κρατών.
Οι σημερινές υπερδυνάμεις διαθέτουν πυρηνικά όπλα και εκτεταμένες οικονομικές διασυνδέσεις. Αυτά αυξάνουν δραματικά το κόστος του πολέμου, χωρίς να αποκλείουν το λάθος.
Η αποτροπή χρειάζεται αξιόπιστη ισχύ, αλλά και διαύλους επικοινωνίας, σαφή μηνύματα και δυνατότητα αποκλιμάκωσης. Χωρίς αυτά, ακόμη και μια περιορισμένη κρίση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το διακύβευμα υπερβαίνει το ποιος θα επικρατήσει στον Ειρηνικό. Αφορά και το αν η συνεννόηση των ισχυρών θα σέβεται τα δικαιώματα των μικρότερων ή θα νομιμοποιεί σφαίρες επιρροής. Η αποφυγή ενός αμερικανοκινεζικού πολέμου είναι παγκόσμιο συμφέρον.
Δεν μπορεί, όμως, να στηριχθεί στην αντίληψη ότι η ειρήνη αγοράζεται με τα δικαιώματα άλλων. Ο Θουκυδίδης μπορεί να προσφέρει προειδοποιήσεις, αλλά δεν προσφέρει άλλοθι για τους ισχυρούς..!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr