Η αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο σε θεσμικά αδιέξοδα ή διπλωματικές εμπλοκές. Αντικατοπτρίζεται και στη μετατόπιση της παγκόσμιας πολιτικής προσοχής: από τους πολυμερείς οργανισμούς προς το έδαφος, τους φυσικούς πόρους και τη στρατηγική γεωγραφία. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανανεωμένη γεωπολιτική σημασία της Γροιλανδίας δεν είναι τυχαία, αλλά ενδεικτική μιας βαθύτερης αλλαγής, όπου η γεωγραφία επανέρχεται ως βασικός παράγοντας ισχύος, καθώς η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη σκέψη του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, όπως διατυπώθηκε στο βιβλίο Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας. Ο Κάπλαν είχε προειδοποιήσει ότι η παγκοσμιοποίηση και ο φιλελεύθερος διεθνισμός δεν κατάργησαν ποτέ τους περιορισμούς του φυσικού χώρου· απλώς τους έθεσαν προσωρινά στο περιθώριο. Σήμερα, καθώς οι θεσμοί δυσκολεύονται να διαχειριστούν την αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια, η στρατηγική σημασία συγκεκριμένων τόπων και το υλικό τοπίο επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάδειξη της Γροιλανδίας σε γεωπολιτικό κόμβο δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μέρος μιας ευρύτερης αναδιάταξης της παγκόσμιας πολιτικής. Παρόμοια φαινόμενα είχαν ήδη φανεί σε περιπτώσεις όπως η Βενεζουέλα, όπου η αδυναμία των διεθνών θεσμών να επιβάλουν συναινέσεις αποκάλυψε τα όρια της θεσμικής διακυβέρνησης. Εκεί, οι κυρώσεις, οι μονομερείς πιέσεις και οι ανταγωνιστικές συμμαχίες αντικατέστησαν τη συλλογική διαχείριση.
Σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα, η Γροιλανδία δεν βρίσκεται στο επίκεντρο λόγω πολιτικής κρίσης, αλλά εξαιτίας της ίδιας της γεωγραφικής της θέσης. Βρίσκεται ανάμεσα στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη και αποτελεί κρίσιμο κόμβο για την ασφάλεια της Αρκτικής, τη διατλαντική άμυνα και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Η τήξη των πάγων, οι νέοι θαλάσσιοι διάδρομοι και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων έχουν μετατρέψει την Αρκτική από ζώνη συνεργασίας σε πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η μετατόπιση αυτή συνοδεύεται από έντονη ρητορική περί εθνικής ασφάλειας. Δηλώσεις που υποβαθμίζουν τη σημασία των θεσμικών πλαισίων και δίνουν προτεραιότητα στον έλεγχο του χώρου αποτυπώνουν μια αντίληψη όπου το έδαφος προηγείται της διπλωματίας. Την ίδια στιγμή, οι τοπικές πολιτικές δυνάμεις της Γροιλανδίας αντιδρούν, απορρίπτοντας την εικόνα του νησιού ως «στρατηγικού αντικειμένου» και τονίζοντας ότι δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή προσάρτησης.
Η αυξανόμενη έμφαση στην εδαφικότητα δεν στερείται κινδύνων. Η αντιμετώπιση περιοχών όπως η Γροιλανδία αποκλειστικά ως στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων ενδέχεται να περιθωριοποιήσει τις τοπικές κοινωνίες και να αναβιώσει λογικές ισχύος εις βάρος της αυτοδιάθεσης και του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, μονομερείς κινήσεις σε ευαίσθητες περιοχές απειλούν να αποσταθεροποιήσουν συμμαχίες και να υπονομεύσουν μακρόχρονες πρακτικές συνεργασίας.
Η περίπτωση της Γροιλανδίας, τελικά, δεν αποκαλύπτει τόσο κάτι για το ίδιο το νησί όσο για τη διεθνή τάξη που το περιβάλλει. Αν η Βενεζουέλα ανέδειξε τα όρια της θεσμικής διαχείρισης κρίσεων, η Γροιλανδία συμβολίζει την επιστροφή της γεωγραφίας ως οργανωτικής αρχής της παγκόσμιας πολιτικής. Σε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί χάνουν κύρος, ο χώρος, οι πόροι και η στρατηγική θέση μιλούν ολοένα και πιο δυνατά.