Η κρίση στο Ιράν ανοίγει γεωπολιτικό παράθυρο για τη Ρωσία: Πίεση στην Ουκρανία και ενεργειακά οφέλη

 
πουτιν

Ενημερώθηκε: 12/03/26 - 17:32

Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν δεν οδήγησαν στην άμεση κατάρρευση του καθεστώτος των αγιατολάχ, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ρωσία – στενός σύμμαχος της Τεχεράνης – βλέπει την ευκαιρία να προσαρμόσει την εξωτερική της πολιτική ώστε να εξυπηρετήσει τρεις βασικούς στόχους.

Πρώτον, η Μόσχα επιδιώκει τη διατήρηση του σημερινού πολιτικού καθεστώτος στο Ιράν, το οποίο θεωρείται φιλικό προς τα ρωσικά συμφέροντα. Δεύτερον, προσβλέπει στην παρατεταμένη εμπλοκή των ΗΠΑ στη σύγκρουση, γεγονός που θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αμερικανική παρουσία σε άλλα μέτωπα όπου επιχειρεί να περιορίσει τη Ρωσία και την Κίνα. Τρίτον, η συγκυρία δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να εντείνει τη στρατιωτική πίεση στην Ουκρανία, εκμεταλλευόμενη την προσοχή της Ουάσιγκτον που στρέφεται στη Μέση Ανατολή, αλλά και την άνοδο των τιμών του πετρελαίου που ενισχύει τη ρωσική οικονομία.

Η στρατηγική συνεργασία Μόσχας και Τεχεράνης επισημοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2025 με την υπογραφή Συμφώνου Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, συνεργασία στον στρατιωτικοτεχνικό τομέα και κοινές ασκήσεις. Αν και η συμφωνία δεν υποχρεώνει τις δύο χώρες να εμπλακούν στρατιωτικά η μία για την άλλη, πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ρωσία παρέχει στο Ιράν πληροφορίες για τον εντοπισμό αμερικανικών στρατιωτικών στόχων, όπως πολεμικά πλοία, αεροσκάφη και συστήματα ραντάρ.

Η κίνηση αυτή φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διαπραγματευτικής στρατηγικής της Μόσχας απέναντι στην Ουάσιγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν αντίστοιχα πληροφορίες στην Ουκρανία για πλήγματα σε ρωσικούς στρατιωτικούς στόχους, και η Ρωσία επιχειρεί να αξιοποιήσει την κρίση στο Ιράν ως μοχλό πίεσης, προτείνοντας ουσιαστικά μια ανταλλαγή: περιορισμό της ρωσικής στήριξης προς την Τεχεράνη με αντάλλαγμα τη διακοπή της αμερικανικής υποστήριξης πληροφοριών προς το Κίεβο.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς, όπου καθοριστικό ρόλο θα παίξουν τα αποθέματα πυραύλων και η δυνατότητα ταχείας αναπλήρωσής τους. Το Ιράν βασίζεται κυρίως στο επιθετικό drone Shahed-136, τεχνολογία που μεταφέρθηκε στη Ρωσία το 2022. Η Μόσχα ανέπτυξε περαιτέρω το σύστημα, δημιουργώντας τη δική της εκδοχή Geran-2 και αυξάνοντας σημαντικά την παραγωγή, η οποία εκτιμάται ότι φτάνει τις 5.000 μονάδες μηνιαίως. Με δεδομένες τις δυσκολίες του Ιράν να διατηρήσει μεγάλα αποθέματα, δεν αποκλείεται πλέον η αντιστροφή της ροής προμηθειών, με τη Ρωσία να παρέχει drones ή εξαρτήματα στην Τεχεράνη.

Παράλληλα, η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου προσφέρει σημαντική οικονομική ανάσα στη ρωσική οικονομία. Το ρωσικό πετρέλαιο Urals, που πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή πωλούνταν περίπου στα 35-40 δολάρια το βαρέλι λόγω των εκπτώσεων, ξεπέρασε μέσα σε μία εβδομάδα τα 70 δολάρια. Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί, οι τιμές ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω, ενώ το μειωμένο επίπεδο εξαγωγών από χώρες του Κόλπου θα μπορούσε να ενισχύσει τη ζήτηση για ρωσικό πετρέλαιο στις αγορές της Ασίας, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται ακόμη και η χαλάρωση ορισμένων αμερικανικών κυρώσεων που αφορούν τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει μεγαλύτερες πωλήσεις προς χώρες όπως η Ινδία και να ενισχύσει σημαντικά τα ρωσικά δημόσια έσοδα.

Η συγκυρία αυτή έχει άμεσες συνέπειες και για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ένας από τους βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να ωθήσουν τη Μόσχα σε διαπραγματεύσεις για ειρηνευτική συμφωνία. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και η μετατόπιση της προσοχής των ΗΠΑ προς το Ιράν μειώνουν τις πιθανότητες προόδου στις συνομιλίες.

Με τις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν στη Γενεύη τον Φεβρουάριο να έχουν ουσιαστικά παγώσει, η Ρωσία φαίνεται να προετοιμάζεται για νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Η καλοκαιρινή εκστρατεία του 2026 θεωρείται κρίσιμη για το Κρεμλίνο, με βασικό στόχο την πλήρη κατάληψη της περιοχής του Ντονέτσκ.

Συνολικά, η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί για τη Μόσχα μια σπάνια συγκυρία στρατηγικών ευκαιριών: ενίσχυση των εσόδων από την ενέργεια, περιορισμός της αμερικανικής προσοχής στο ουκρανικό μέτωπο και νέα διαπραγματευτικά εργαλεία απέναντι στην Ουάσιγκτον. Για την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους της, το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο θα αναγνωριστεί έγκαιρα η σύνδεση ανάμεσα στις εξελίξεις στο Ιράν και τις επόμενες κινήσεις της Ρωσίας στο ουκρανικό πεδίο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ