ΗΠΑ – Δυτικό Ημισφαίριο: Στρατηγική επιρροής ανάμεσα σε συνεργασία και πίεση

 
ηπα και εξωτερικη πολιτικη

Ενημερώθηκε: 11/02/26 - 23:12

Η ιστορική εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών δείχνει ότι η γεωγραφία παραμένει καθοριστικός παράγοντας ισχύος. Από την εποχή του Θεόδωρου Ρούσβελτ —ο οποίος, μετά από επικίνδυνη αποστολή στον Αμαζόνιο το 1913, ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι η σταθερότητα στη «γειτονιά» της Αμερικής είναι θεμέλιο της παγκόσμιας επιρροής— έως σήμερα, η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειριστεί τη στρατηγική σημασία της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, σημειώνει το Foreign Policy.

Η λογική αυτή αποτυπώθηκε νωρίτερα στο Δόγμα Μονρόε και ειδικότερα στο «Συμπλήρωμα Ρούσβελτ», που προέβλεπε ενεργό αμερικανικό ρόλο στην περιοχή ώστε να αποτραπεί εξωτερική παρέμβαση. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φαίνεται να υιοθετεί ανάλογη θεώρηση: οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά σε παγκόσμιο επίπεδο αν δεν διασφαλίσουν πρώτα σταθερότητα, διασύνδεση και ανθεκτικότητα στο δυτικό ημισφαίριο.

Ωστόσο, παρότι η διάγνωση θεωρείται βάσιμη, επικρίνεται ο τρόπος άσκησης ισχύος. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ουάσιγκτον —σύμφωνα με την ανάλυση— αντιμετώπισε συχνά τη Λατινική Αμερική αποσπασματικά, εστιάζοντας κυρίως σε ζητήματα μετανάστευσης, ναρκωτικών και κρίσεων. Στην πράξη όμως, η αστάθεια στην περιοχή περιορίζει τη δυνατότητα των ΗΠΑ να προβάλλουν ισχύ σε άλλα μέτωπα, όπως ο Ινδο-Ειρηνικός ή η Ευρώπη.

Η προσέγγιση της κυβέρνησης Μπάιντεν διαφοροποιήθηκε, δίνοντας έμφαση στη συνεργασία με δημοκρατικές κυβερνήσεις και στην ενίσχυση θεσμών και δυνατοτήτων. Η λογική ήταν ότι η σύγκλιση χτίζεται μακροπρόθεσμα, όχι μέσω επιβολής.

Στο σημερινό περιβάλλον, ο ανταγωνισμός στο ημισφαίριο μετατοπίζεται κυρίως στις υποδομές: λιμάνια, ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνίες, εφοδιαστικές αλυσίδες και ψηφιακά συστήματα αποτελούν εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής. Η αμερικανική πλευρά καλείται να επενδύσει ενεργά, αντί να περιορίζεται σε προειδοποιήσεις προς εταίρους για συνεργασία με ανταγωνιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα σε τομείς κρίσιμων πρώτων υλών όπως το λίθιο και οι σπάνιες γαίες.

Κριτική ασκείται και στη στρατηγική πίεσης που αποδίδεται στον Ρούμπιο, με έμφαση σε κυρώσεις, δημόσια αιρεσιμότητα και επιθετική διπλωματία. Αν και τέτοιες μέθοδοι απέδιδαν σε προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα τα κράτη της περιοχής διαθέτουν περισσότερες επιλογές και διαφοροποιούν τις σχέσεις τους με γνώμονα το συμφέρον τους. Η υπερβολική πίεση μπορεί να αποφέρει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, όχι όμως βιώσιμη ευθυγράμμιση.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη Βενεζουέλα, όπου —παρά τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μαδούρο— επισημαίνεται ότι τυχόν μονομερείς ή παράτυπες παρεμβάσεις θα υπονόμευαν το διεθνές και συνταγματικό πλαίσιο που θεμελιώνει την αμερικανική ισχύ.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η διάσταση των δημοκρατικών αξιών. Αν και τίθενται στο επίκεντρο της αμερικανικής ρητορικής, συχνά εφαρμόζονται επιλεκτικά, με γεωπολιτικούς συμμάχους να απολαμβάνουν μεγαλύτερη ανοχή. Παράλληλα, η εσωτερική φθορά δημοκρατικών θεσμών στις ΗΠΑ αποδυναμώνει την αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αμερικανική επιρροή δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται πρωτίστως στον εξαναγκασμό. Η ισχύς προκύπτει από τη διασύνδεση, την οικονομική ενσωμάτωση και τη θεσμική συνεργασία με τις κοινωνίες της περιοχής. Η πρόκληση για τη μελλοντική ηγεσία των ΗΠΑ θα είναι να διασφαλίσει στρατηγική ευθυγράμμιση στο δυτικό ημισφαίριο χωρίς να συγχέει την πίεση με τη μακροπρόθεσμη ηγεσία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ