Με έντονη ανησυχία παρακολουθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε περιορισμό ή ακόμη και απαγόρευση των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ, μέτρο που θα μπορούσε να επηρεάσει και την ευρωπαϊκή αγορά.
Κατά την ενημέρωση των διαπιστευμένων δημοσιογράφων στις Βρυξέλλες, εκπρόσωπος της Κομισιόν ανέφερε ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη επαφές υψηλού επιπέδου με την αμερικανική διοίκηση. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι μέχρι στιγμής δεν καταγράφεται συγκεκριμένη έλλειψη ντίζελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η ενεργειακή συνεργασία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ παραμένει «ισχυρή, σταθερή και αμοιβαία επωφελής», προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε διαταραχή στις μεταξύ τους ροές θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες και για τις δύο πλευρές. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες έστειλαν μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι οι στενοί εταίροι θα πρέπει να διαβουλεύονται πριν από τη λήψη μέτρων που επηρεάζουν κοινές αγορές.
Η Κομισιόν δεν θέλησε να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το περιεχόμενο ή το επίπεδο των συνομιλιών με την αμερικανική πλευρά, επιβεβαιώνοντας ωστόσο ότι αυτές συνεχίζονται. Όπως σημειώθηκε, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν σημαντικές αντιδράσεις απέναντι σε ένα ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ, με ορισμένες φωνές να χαρακτηρίζουν μια τέτοια εξέλιξη «πολύ κακή ιδέα».
Η εκπρόσωπος της Επιτροπής για θέματα ενέργειας, Άννα Κάισα Ίτκονεν, δήλωσε ότι οι υπηρεσίες της Κομισιόν παρακολουθούν στενά τόσο την αγορά όσο και την ασφάλεια εφοδιασμού, σε συντονισμό με τα κράτη μέλη. Η Ομάδα Συντονισμού για το Πετρέλαιο αναμένεται να συνεδριάσει την ερχόμενη Τρίτη, προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση ξεχωριστά σε κάθε χώρα της ΕΕ.
Η ίδια επιβεβαίωσε ότι οι ΗΠΑ αποτελούν σημαντικό προμηθευτή ντίζελ για την ευρωπαϊκή αγορά, καθώς τον Αύγουστο αντιστοιχούσαν περίπου στο 50% των εισαγωγών του προϊόντος στην ΕΕ. Παράλληλα, τόνισε ότι η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να αποτελεί «σταθερό και ελκυστικό» προορισμό για τα αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα.
Σε σχέση με το κατά πόσο η πιθανότητα περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών θα μπορούσε να οδηγήσει την ΕΕ σε επανεξέταση της εξάρτησής της από τα αμερικανικά καύσιμα, η Κομισιόν παρέπεμψε στη στρατηγική ενεργειακής διαφοροποίησης που εφαρμόζει από το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι ΗΠΑ, σύμφωνα με την Ίτκονεν, αποτελούν πλέον σημαντικό προμηθευτή τόσο ντίζελ όσο και υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ωστόσο, οι περισσότερες σχετικές προμήθειες πραγματοποιούνται μέσω εμπορικών συμβολαίων μεταξύ εταιρειών, για τα οποία η Επιτροπή δεν διαθέτει πλήρη εικόνα.
Όσον αφορά τη συμφωνία του Τέρνμπερι μεταξύ της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Ντόναλντ Τραμπ για την αγορά αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων συνολικής αξίας 750 δισ. δολαρίων, η Κομισιόν απέφυγε να εξετάσει τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου σεναρίου. Όπως σημείωσε, προς το παρόν πρόκειται για υποθετική εξέλιξη, καθώς «τίποτα δεν έχει αποφασιστεί ακόμη».
Την ίδια ώρα, η Επιτροπή συνεχίζει την παρακολούθηση της ενεργειακής αγοράς και μέσω της Ομάδας Συντονισμού για το Φυσικό Αέριο, η οποία συνεδριάζει με τη συμμετοχή των κρατών μελών. Η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας αναμένεται να ενημερώσει για τα συμπεράσματα της συνεδρίασης μετά την ολοκλήρωσή της.