Έντονο παρασκήνιο και δημόσιες αντεγκλήσεις μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης πυροδότησε η έκκληση του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, προς τους ηγέτες της Ακροδεξιάς, Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ («Εβραϊκή Ισχύς») και Μπεζαλέλ Σμότριτς («Θρησκευτικός Σιωνισμός»), για κοινή εκλογική κάθοδο.
Η παρέμβαση Νετανιάχου ήρθε στον απόηχο δημοσκόπησης του Zman Yisrael, η οποία δείχνει το νεοσύστατο δεξιό κόμμα «Λαός του Ισραήλ» του πρώην στρατηγού Όφερ Βίντερ να εισέρχεται στη Κνεσέτ με 6 έδρες, εκτοπίζοντας παράλληλα το κόμμα του Σμότριτς εκτός κοινοβουλίου.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προειδοποίησε για τον κίνδυνο κατακερματισμού των δεξιών ψήφων, φέρνοντας ως παράδειγμα τις εκλογές του 1992 που οδήγησαν στην άνοδο της Κεντροαριστεράς και τις Συμφωνίες του Όσλο.
Κάλεσε τους δύο ηγέτες να παραμερίσουν τις προσωπικές τους διαφωνίες, τονίζοντας ότι η ενότητα είναι η μόνη εγγύηση για να αποτραπεί ο σχηματισμός μιας αριστερής-κεντρώας κυβέρνησης υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ με τη στήριξη των αραβικών κομμάτων.
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ, απέρριψε τις πιέσεις Νετανιάχου, κατηγορώντας τον ότι επιδιώκει την αποδυνάμωση του κόμματός του προκειμένου να συμπράξει μεταεκλογικά σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με τον Άιζενκοτ.
Ο Μπεν Γκβίρ αντιπρότεινε τη συνεργασία του Σμότριτς με τον Βίντερ, προκαλώντας την άμεση και οργισμένη αντίδραση του Νετανιάχου, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι θέτει σε κίνδυνο την παράταξη και τη χώρα για χάρη προσωπικών φιλοδοξιών.
Την ίδια στιγμή, ο Όφερ Βίντερ αποσαφήνισε ότι το κόμμα του θα υποστηρίξει αποκλειστικά τον Νετανιάχου για τη θέση του πρωθυπουργού, δηλώνοντας παράλληλα αμετακίνητος σε σκληρές θέσεις ασφαλείας, όπως η υποχρεωτική στρατολόγηση των υπερορθόδοξων Εβραίων και η «εθελούσια μετακίνηση» των Παλαιστινίων από τη Γάζα.
Παρά τη δήλωση αυτή, τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι η αντιπολίτευση διατηρεί προβάδισμα με 58 έδρες έναντι 51 του συνασπισμού υπό τον Νετανιάχου, καθιστώντας τον εκλογικό χάρτη εξαιρετικά εύθραυστο.