Τους τελευταίους μήνες, τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όσο και κορυφαίοι Ιρανοί αξιωματούχοι περιγράφουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής και αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Κατά τη διάρκεια συνάντησής του τον Ιούλιο με τον νέο πρωθυπουργό του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η περιοχή βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ σε μια νέα μορφή συνεργασίας, την οποία συνέδεσε με τη σταδιακή υποχώρηση της ιρανικής επιρροής.
Έναν μήνα αργότερα, ωστόσο, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Καλιμπάφ, κατά την επίσημη επίσκεψή του στο Ιράκ, έθεσε στο επίκεντρο την ενίσχυση «της νέας τάξης στην περιοχή» και την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των χωρών της Μέσης Ανατολής, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.
Το βασικό ερώτημα είναι πλέον ποια περιφερειακή πολιτική, αμυντική και οικονομική αρχιτεκτονική επιχειρεί να οικοδομήσει η Τεχεράνη και κατά πόσο οι υπόλοιπες πρωτεύουσες της περιοχής είναι διατεθειμένες να την ακολουθήσουν.
Από την απομόνωση στη σταδιακή ενσωμάτωση
Ο Καλιμπάφ υποστήριξε ότι οι χώρες της περιοχής θα πρέπει να ενισχύσουν τις σχέσεις και τη συνεργασία τους στον τομέα της ασφάλειας, στηρίζοντάς τες παράλληλα σε ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς. Όπως ανέφερε, το Ιράν δηλώνει έτοιμο να συμμετάσχει σε μια τέτοια διαδικασία.
Σε διαφορετικό βαθμό, αρκετές περιφερειακές δυνάμεις εμφανίζονται διατεθειμένες να εξετάσουν αυτό το μοντέλο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που διαφοροποιείται αισθητά από την πολιτική απομόνωσης και περιορισμού της Τεχεράνης που είχαν ακολουθήσει ορισμένα κράτη του Κόλπου κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συνομιλίες μεταξύ Ιράν και Ομάν για τη διαχείριση των ζητημάτων που αφορούν τα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, η στάση των υπόλοιπων χωρών απέναντι στην ιρανική πρόταση παραμένει πιο επιφυλακτική και μένει να φανεί το εύρος της συνεργασίας που τελικά θα αναπτυχθεί.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παραμένουν οι δύο σημαντικότερες αραβικές δυνάμεις στον Κόλπο, ωστόσο ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις.
Το Ριάντ έχει δώσει έμφαση στην αποκλιμάκωση των εντάσεων με την Τεχεράνη, ενώ παράλληλα ενισχύει νέες συμφωνίες ασφαλείας, μεταξύ άλλων με την Τουρκία και το Πακιστάν(Συμφωνία της Μέκκας).
Τα ΗΑΕ, από την πλευρά τους, διατηρούν στενή σχέση με τις ΗΠΑ και ενισχύουν τους δεσμούς τους με το Ισραήλ, χωρίς να κλείνουν ταυτόχρονα τους διαύλους επικοινωνίας με άλλες περιφερειακές δυνάμεις.
Η Τουρκία και το ιρανικό άνοιγμα
Θετική, αν και προσεκτική, εμφανίζεται και η Τουρκία απέναντι στην προοπτική επανένταξης του Ιράν στο περιφερειακό σύστημα.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει υποστηρίξει ότι καμία συμφωνία για τη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να έχει διάρκεια εάν δεν στηρίζεται στη βούληση και τη συμμετοχή των ίδιων των χωρών της περιοχής.
Ωστόσο, η Άγκυρα έχει επωφεληθεί σημαντικά από την υποχώρηση της ιρανικής επιρροής, αποκτώντας μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων, ιδιαίτερα στη Συρία και το Ιράκ.
Η σχέση Τουρκίας και Ιράν χαρακτηρίζεται έτσι από προσεκτική ουδετερότητα, καθώς οι δύο χώρες συνδυάζουν τον στρατηγικό ανταγωνισμό με κοινά συμφέροντα. Η Άγκυρα δεν επιδιώκει την κατάρρευση του Ιράν, αλλά μια πιο αδύναμη και περιορισμένη Τεχεράνη που δεν θα μπορεί να κυριαρχεί στην περιοχή. Παράλληλα, επιχειρεί να αξιοποιήσει το κενό επιρροής που έχει δημιουργηθεί για να προωθήσει τις δικές της γεωπολιτικές και ενεργειακές επιδιώξεις.
Έτσι, αυτό που φαίνεται να διαμορφώνεται δεν είναι μια ενιαία αντίληψη για τη νέα τάξη πραγμάτων, αλλά μια ευρύτερη συμφωνία ότι οι περιφερειακές δυνάμεις πρέπει να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωσή της.
Ο παράγοντας των φιλοϊρανικών ένοπλων οργανώσεων
Καθοριστικό ζήτημα για το μέλλον της περιοχής παραμένει η τύχη των ένοπλων οργανώσεων που συνδέονται με το Ιράν.
Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν της 18ης Ιουνίου, η οποία είχε ως στόχο να δημιουργήσει πλαίσιο για τον τερματισμό του πολέμου, προέβλεπε τον μόνιμο τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Παρόλα αυτά, η Τεχεράνη αντέδρασε στη συνέχεια σε συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το σχετικό μνημόνιο. Η στάση αυτή καταδεικνύει ότι το Ιράν εξακολουθεί να αντιστέκεται στις προσπάθειες διάλυσης του δικτύου των ένοπλων συμμάχων του.
Κατά την επίσκεψή του στη Βαγδάτη, ο Καλιμπάφ υπογράμμισε άλλωστε τη σημασία της λεγόμενης «Αντίστασης», αναφερόμενος στις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονται με την Τεχεράνη.
Οι οργανώσεις αυτές αποτελούν πρόβλημα όχι μόνο για το αμερικανικό σχέδιο σχετικά με τη μεταπολεμική Μέση Ανατολή, αλλά και για την ίδια την προσπάθεια του Ιράν να ενισχύσει τις σχέσεις του με τα κράτη του Κόλπου. Για πολλές από αυτές τις χώρες, οι φιλοϊρανικές ένοπλες ομάδες θεωρούνται παράγοντες αποσταθεροποίησης.
Η ένταση έγινε ιδιαίτερα εμφανής στα τέλη Ιουλίου, όταν η Σαουδική Αραβία πραγματοποίησε, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, αεροπορικές επιδρομές εναντίον θέσεων φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ. Το Ριάντ υποστήριξε ότι ιρακινές ένοπλες οργανώσεις είχαν προηγουμένως επιτεθεί σε σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Την ίδια περίοδο, η Σαουδική Αραβία βρισκόταν αντιμέτωπη και με νέες πιέσεις από τους Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι είχαν ανακοινώσει θαλάσσιο αποκλεισμό με στόχο τις σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι επομένως κατά πόσο τα κράτη της περιοχής θα επιδιώξουν βαθύτερη πολιτική, οικονομική και αμυντική συνεργασία με το Ιράν όσο οι συγκεκριμένες οργανώσεις διατηρούν σημαντική στρατιωτική αυτονομία.
Παράλληλα, παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ασφάλειας, ιδιαίτερα στο Ιράκ, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιρροή της στις ένοπλες ομάδες που επί χρόνια αποτελούν σημαντικό στοιχείο της ιρανικής αποτρεπτικής στρατηγικής.
Η οικονομία ως εργαλείο περιφερειακής ασφάλειας
Η ιρανική προσέγγιση δεν περιορίζεται στον στρατιωτικό και πολιτικό τομέα. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι η οικονομική διασύνδεση μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μακροχρόνια συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Ωστόσο, η ανταπόκριση των χωρών του Κόλπου παραμένει ανομοιογενής.
Ορισμένες χώρες έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για τις νέες αμερικανικές οικονομικές πιέσεις με στόχο την απομόνωση του Ιράν. Το Κατάρ, για παράδειγμα, χαρακτήρισε τα συγκεκριμένα μέτρα μονομερή και υπογράμμισε τη δέσμευσή του στην αποκλιμάκωση.
Την ίδια στιγμή, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι αναστέλλουν επ' αόριστον το εμπόριο και τη συνεργασία στον τραπεζικό τομέα με το Ιράν. Η απόφαση ήρθε λίγο πριν από προειδοποίηση του Τραμπ ότι χώρες που εξακολουθούν να παρέχουν οικονομική στήριξη στην Τεχεράνη θα αντιμετωπίσουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι για ορισμένα κράτη του Κόλπου οι ανησυχίες για την ασφάλεια αρχίζουν να υπερισχύουν των οικονομικών οφελών που προσφέρει η συνεργασία με το Ιράν.
Τελικά, η επιτυχία του ιρανικού σχεδίου για μια νέα περιφερειακή τάξη θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από δύο παράγοντες: τις υποχωρήσεις που είναι διατεθειμένη να κάνει η Τεχεράνη σε θέματα ασφάλειας και την ικανότητά της να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη με τις αραβικές πρωτεύουσες του Κόλπου.