Σε πολιτική και στρατιωτική παγίδα κινδυνεύει να μετατραπεί η σύγκρουση με το Ιράν για τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δέχεται έντονες προειδοποιήσεις τόσο από το εσωτερικό του κόμματός του όσο και από ξένους συμμάχους. Αν και ο ίδιος είχε παρουσιάσει την επιχείρηση ως ένα σύντομο στρατιωτικό πλήγμα, ο πόλεμος έχει πλέον περιέλθει σε μια παρατεταμένη στάση αναμονής, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες.
Εδώ και μία εβδομάδα, εκκρεμεί η έγκριση του Τραμπ για μια προκαταρκτική συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών διαπραγματευτών για παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες και έναρξη νέων πυρηνικών συνομιλιών.
Ωστόσο, ο Αμερικανός Πρόεδρο απαιτεί επιπλέον αλλαγές, ενώ οι Ιρανοί αξιωματούχοι αρνούνται να υποχωρήσουν, εκτιμώντας ότι η Ουάσιγκτον διστάζει να ξαναρχίσει τους βομβαρδισμούς λόγω της μεγάλης εξάντλησης των αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Παρά τις πρόσφατες εκατέρωθεν επιθέσεις που απειλούν την εκεχειρία με κατάρρευση, ο Τραμπ υποβάθμισε το γεγονός, δηλώνοντας χαρακτηριστικά από το Όβαλ Γραφείο πως σε εκείνο το μέρος του κόσμου, εκεχειρία σημαίνει ότι πυροβολείτε με πιο μετριοπαθή τρόπο. Παράλληλα, εξέφρασε την πλήρη αδιαφορία του για το αν οι διαπραγματεύσεις έχουν κολλήσει, χαρακτηρίζοντάς τις μάλιστα «βαρετές».
Σύμφωνα με πληροφορίες από αμερικανικές πηγές, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, δεχόμενος πυρά από διαφορετικά μέτωπα. Οι σκληροπυρηνικοί της βάσης του και το Ισραήλ πιέζουν για συνέχιση των οικονομικών κυρώσεων και των βομβαρδισμών, θεωρώντας ότι μια συμφωνία τώρα θα ισοδυναμούσε με παράδοση.
Μάλιστα, ο Τραμπ χρειάστηκε να παρέμβει τηλεφωνικά σε έντονο ύφος προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ζητώντας από το Ισραήλ να υποχωρήσει, γεγονός που οδήγησε τελικά στην ανανέωση της εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου.
Στον αντίποδα, το Πεντάγωνο και οι σύμμαχοι του Κόλπου προειδοποιούν ιδιωτικά κατά μιας νέας στρατιωτικής δράσης. Ο αμερικανικός στρατός έχει καταναλώσει πυρομαχικά με ανησυχητικούς ρυθμούς και ενδέχεται να απαιτηθούν έως και τρία χρόνια για την αναπλήρωσή τους, ενώ οι αραβικές χώρες τρέμουν τυχόν ιρανικά αντίποινα στις ενεργειακές τους υποδομές.
Επιπλέον, ο Τραμπ αρνείται κατηγορηματικά να υπογράψει μια συμφωνία που θα θυμίζει εκείνη του 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα, την οποία ο ίδιος είχε ακυρώσει κατά την πρώτη του θητεία, φοβούμενος σοβαρό πλήγμα στη φήμη του.
Όσο η κατάσταση παραμένει στάσιμη και τα Στενά του Ορμούζ κλειστά, οι παγκόσμιες τιμές της ενέργειας διατηρούνται στα ύψη, επιβαρύνοντας το κόστος ζωής, των καυσίμων και των τροφίμων διεθνώς. Αυτό το οικονομικό πλήγμα επιχειρούν να εκμεταλλευτούν οι Δημοκρατικοί ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι υποτιμά τις συνέπειες για τους πολίτες και ότι έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε αδιέξοδο.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε μάλιστα ψήφισμα για τον τερματισμό των στρατιωτικών ενεργειών κατά του Ιράν, με τη στήριξη και τεσσάρων Ρεπουμπλικανών, γεγονός που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναλυτές επισημαίνουν ότι αν η κρίση δεν επιλυθεί σύντομα ώστε να πέσουν οι τιμές του πετρελαίου, το πολιτικό κόστος για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα είναι βαρύ.