Η δυνατότητα του Ντόναλντ Τραμπ να τερματίσει τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή φαίνεται να προσκρούει σε ένα θεμελιώδες οικονομικό δίλημμα: το μέγεθος των οικονομικών ανταλλαγμάτων που είναι διατεθειμένος να προσφέρει στην Τεχεράνη.
Παρά την ιστορική του ρητορική κατά της συμφωνίας του 2015 και των «φορτίων με μετρητά» που έλαβε τότε το Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με την πραγματικότητα ότι η οικονομική ανακούφιση αποτελεί το κλειδί για οποιονδήποτε συμβιβασμό.
Σύμφωνα με αναλυτές και διπλωματικές πηγές, οι συνομιλίες βρίσκονται σε τέλμα όχι τόσο λόγω του πυρηνικού προγράμματος, αλλά εξαιτίας της απροθυμίας της Ουάσιγκτον να άρει τις κυρώσεις. Για τον Τραμπ, η άρση των περιορισμών αποτελεί πολιτικό «ναρκοπέδιο», καθώς κάθε του κίνηση θα συγκριθεί με την πολιτική Ομπάμα την οποία ο ίδιος είχε καταδικάσει σφοδρά.
Την ίδια στιγμή, το Ιράν, με ζημιές 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, χρειάζεται απεγνωσμένα ρευστότητα για την ανοικοδόμηση της χώρας, η οποία εκτιμάται ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον 12 χρόνια.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχουν πέσει διάφορες προτάσεις, όπως η αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή η επιβολή διοδίων στα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, η ιδέα των διοδίων συναντά σθεναρές αντιδράσεις από αραβικές χώρες του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ, που δεν επιθυμούν να αναγνωριστεί το Ιράν ως «πορτιέρης» της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Επιπλέον, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, έχει ξεκαθαρίσει πως οι ΗΠΑ δεν θα ανεχτούν τον έλεγχο μιας διεθνούς υδάτινης οδού από την Τεχεράνη.
Η πρόκληση για τον Τραμπ είναι διπλή: από τη μία πρέπει να πείσει το εσωτερικό του ακροατήριο ότι μια συμφωνία δεν αποτελεί «συνθηκολόγηση», και από την άλλη να αντιμετωπίσει την αναμενόμενη σφοδρή αντίδραση του Ισραήλ σε οποιαδήποτε άρση κυρώσεων.
Ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το άνοιγμα της ιρανικής αγοράς θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως μια τεράστια επιχειρηματική ευκαιρία για τις ΗΠΑ, η δυσπιστία παραμένει υψηλή, με την Τεχεράνη να φοβάται ότι οποιαδήποτε ελάφρυνση μπορεί να ανακληθεί μονομερώς στο μέλλον, όπως συνέβη και το 2018.