Ένα σύστημα αμυντικών προμηθειών που χαρακτηρίζεται από κακοδιαχείριση, υπερτιμολογήσεις, ανεκτέλεστες συμβάσεις και σοβαρές καταγγελίες διαφθοράς περιγράφουν απόρρητοι έλεγχοι στην Ουκρανία, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι New York Times. Οι ελεγκτές εκτιμούν ότι μόνο το 2024 οι απώλειες από απάτες, σπατάλη και κακοδιαχείριση ανήλθαν σε περίπου 1,2 δισ. δολάρια.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς αφορούν μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες του ουκρανικού στρατού σε όπλα και πυρομαχικά ήταν τεράστιες, ενώ ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζητούσε συνεχώς από τους δυτικούς συμμάχους πρόσθετη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια.
Οι έλεγχοι δείχνουν ότι εταιρείες εξακολουθούσαν να λαμβάνουν νέες παραγγελίες, ακόμη και όταν αντιμετώπιζαν ποινικές έρευνες, είχαν αποτύχει να εκτελέσουν προηγούμενες συμβάσεις ή είχαν βρεθεί στο επίκεντρο υποθέσεων διαφθοράς.
Συνολικά, οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες που υπέγραψαν νέες συμφωνίες παρά το γεγονός ότι είχαν παραβιάσει προηγούμενες συμβατικές υποχρεώσεις, ενώ έξι από αυτές δεν ολοκλήρωσαν καμία σύμβαση.
Ελαττωματικά πυρομαχικά στο μέτωπο
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εργοστασίου στο Παβλόχραντ, το οποίο προμήθευσε τον ουκρανικό στρατό με περίπου 233.000 ακατάλληλα βλήματα όλμων. Πολλά παρουσίαζαν προβλήματα στους πυροκροτητές ή στην προωθητική γόμωση, με αποτέλεσμα ορισμένα να μην εκρήγνυνται ή να μην λειτουργούν όπως προβλεπόταν στο πεδίο της μάχης.
Ο διευθυντής της εταιρείας, Λεονίντ Σίμαν, συνελήφθη το 2025 και αντιμετωπίζει κατηγορίες για απάτη. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα των ελεγκτών, ακόμη και μετά την αποκάλυψη των προβλημάτων, η υπηρεσία αμυντικών προμηθειών συνέχισε να αναθέτει συμβάσεις στην ίδια επιχείρηση.
Μάλιστα, το εργοστάσιο είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη παραγωγική δυνατότητα για να ανταποκριθεί στην παραγγελία. Αργότερα άλλαξε τα στοιχεία που είχε υποβάλει και τελικά έλαβε σύμβαση ύψους περίπου 280 εκατ. δολαρίων, χωρίς, σύμφωνα με τους ελεγκτές, να προκύπτει ότι η κυβέρνηση είχε προηγουμένως επιβεβαιώσει τις πραγματικές δυνατότητές του.
Ο Σίμαν έχει αρνηθεί τις κατηγορίες που αφορούν τα ελαττωματικά πυρομαχικά, ενώ έχει ήδη καταδικαστεί σε ξεχωριστή υπόθεση διαφθοράς και δηλώνει ότι θα ασκήσει έφεση.
Ρουκέτες με διαφορά 130 εκατ. δολαρίων
Μια δεύτερη υπόθεση αφορά την προμήθεια ρουκετών πυροβολικού. Τρεις εταιρείες υπέβαλαν προσφορές για το ίδιο ακριβώς προϊόν, το οποίο κατασκευαζόταν στο ίδιο τουρκικό εργοστάσιο. Οι τιμές κυμαίνονταν από περίπου 4.200 έως 5.100 δολάρια ανά ρουκέτα.
Παρά το γεγονός ότι η τουρκική Arca Defense προσέφερε τη χαμηλότερη τιμή, η σύμβαση κατέληξε σε θυγατρική του τσεχικού ομίλου Czechoslovak Group, η οποία λειτουργούσε ως μεσάζοντας. Οι ελεγκτές δεν εντόπισαν τεκμηρίωση για την επιλογή της ακριβότερης προσφοράς.
Σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, η συγκεκριμένη απόφαση φέρεται να αύξησε το κόστος για την Ουκρανία κατά περίπου 130 εκατ. δολάρια. Η Czechoslovak Group, πάντως, δεν κατηγορείται από τους ελεγκτές για παρανομία και υποστηρίζει ότι δεν είχε πρόσβαση στις προσφορές των ανταγωνιστών ούτε στη διαδικασία αξιολόγησης της ουκρανικής κυβέρνησης.
Συμβάσεις χωρίς άδειες και αλυσίδες μεσαζόντων
Προβλήματα καταγράφονται και σε συμφωνία για την προμήθεια σοβιετικού τύπου ρουκετών από τη Σερβία. Εξαιτίας των πολιτικών και εξαγωγικών περιορισμών του Βελιγραδίου, η Ουκρανία χρησιμοποίησε μια σύνθετη αλυσίδα μεσαζόντων, με τη συμμετοχή της κρατικής εταιρείας Spetstechnoexport και της αμερικανικής Regulus Global.
Οι ελεγκτές σημείωσαν ότι η ουκρανική εταιρεία είχε ιστορικό ανεκτέλεστων συμβάσεων και ότι βρισκόταν ήδη στο μικροσκόπιο των αρχών για υποθέσεις πιθανής υπεξαίρεσης και ξεπλύματος χρήματος. Επιπλέον, δεν διέθετε την απαιτούμενη σερβική άδεια εξαγωγής.
Η συμφωνία τελικά κατέρρευσε, ενώ στις αρχές του 2025 η Spetstechnoexport είχε συγκεντρώσει περισσότερες ανεκτέλεστες συμβάσεις από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή της ουκρανικής υπηρεσίας αμυντικών προμηθειών.
Παραιτήσεις και πολιτικές αντιδράσεις
Οι αποκαλύψεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία το Κίεβο επιχειρεί να περιορίσει τις παθογένειες στις στρατιωτικές προμήθειες. Ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών, Άρσεν Ζουμαντίλοφ, παραιτήθηκε μετά τις αποκαλύψεις των ελέγχων, ενώ η υπόθεση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου.
Παράλληλα, στο επίκεντρο βρίσκεται και η πολιτική ηγεσία. Ο πρώην υπουργός Άμυνας Μιχάιλο Φεντόροφ είχε επιχειρήσει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να αναδιαμορφώσει το σύστημα προμηθειών και να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα διαφθοράς, όμως απομακρύνθηκε από τον Ζελένσκι. Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις και διαδηλώσεις στην Ουκρανία.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει από τους ελέγχους είναι κατά πόσο οι μηχανισμοί ελέγχου μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε συνθήκες πολέμου, όταν τεράστια ποσά διοχετεύονται με ταχύτητα στην αγορά οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών.
Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις δημιουργούν ένα ακόμη πρόβλημα για το Κίεβο: την ανάγκη να πείσει τους διεθνείς συμμάχους ότι η στρατιωτική βοήθεια που παρέχουν μετατρέπεται πράγματι σε επιχειρησιακές δυνατότητες στο μέτωπο και δεν χάνεται μέσα από ένα σύστημα αδιαφάνειας, υπερτιμολογήσεων και ανεπαρκούς ελέγχου.