Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, ζητώντας από τους δικαστές να στηρίξουν τις πολιτικές της κυβέρνησής του, κυρίως σε ό,τι αφορά το προεδρικό διάταγμα για την κατάργηση του δικαίου του εδάφους, δηλαδή της αυτόματης απόκτησης αμερικανικής υπηκοότητας από παιδιά που γεννιούνται στη χώρα.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος εξέφρασε την πεποίθηση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ενδέχεται να απορρίψει το επίμαχο διάταγμα, χαρακτηρίζοντας το ισχύον καθεστώς ως «επικίνδυνο» και οικονομικά επιβαρυντικό για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, τόνισε πως δεν ζητά προσωπική πίστη από τους δικαστές, αλλά αφοσίωση προς τη χώρα.
Το διάταγμα, που υπέγραψε την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, προβλέπει ότι παιδιά μεταναστών χωρίς νόμιμη παραμονή στις ΗΠΑ δεν θα αποκτούν αυτόματα αμερικανική υπηκοότητα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ρύθμιση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρείται ότι συγκρούεται με τη 14η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα της υπηκοότητας λόγω γέννησης.
Μέχρι στιγμής, όλα τα κατώτερα δικαστήρια που εξέτασαν σχετικές προσφυγές έχουν κρίνει το μέτρο παράνομο. Η υπόθεση αναμένεται να κριθεί οριστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο έως τα τέλη Ιουνίου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ άσκησε επίσης κριτική σε δύο συντηρητικούς δικαστές που είχε διορίσει ο ίδιος κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, τους Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνι Μπάρετ, κατηγορώντας τους ότι υπονόμευσαν τη δασμολογική πολιτική της κυβέρνησής του. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις προκάλεσαν σημαντική οικονομική ζημία στις ΗΠΑ.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου προς το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρούνται εξαιρετικά ασυνήθιστες, καθώς ο θεσμός λειτουργεί παραδοσιακά ως ανεξάρτητος πυλώνας ελέγχου της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.