Νέα τροπή λαμβάνει η κρίση στη Μέση Ανατολή, με το Ιράν και το Ισραήλ να ανταλλάσσουν βαριά στρατιωτικά πλήγματα, αγνοώντας τις έντονες διπλωματικές πιέσεις των ΗΠΑ για αυτοσυγκράτηση.
Το βράδυ της Κυριακής, η Τεχεράνη εξαπέλυσε πυραυλική επίθεση εναντίον στρατιωτικών θέσεων στο βόρειο Ισραήλ. Το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών και ο Μοχσέν Ρεζαΐ, σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη της χώρας, επικαλέστηκαν το δικαίωμα στη νόμιμη άμυνα (Άρθρο 51 του ΟΗΕ), τονίζοντας ότι η επιχείρηση αποτελούσε απάντηση στις επανειλημμένες παραβιάσεις της εκεχειρίας από το Ισραήλ και στις επιθέσεις κατά του Λιβάνου.
Η Τεχεράνη επέρριψε την ευθύνη στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και προειδοποίησε με σφοδρότερα αντίποινα.
Μάλιστα, η ιρανική ηγεσία προχώρησε σε μια απειλή με παγκόσμιες οικονομικές προεκτάσεις: ανώτερος σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη διαμήνυσε μέσω των κρατικών ΜΜΕ ότι, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης των ισραηλινών επιθέσεων, η Τεχεράνη σκοπεύει να αποκλείσει το στρατηγικής σημασίας Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Το συγκεκριμένο πέρασμα, με πλάτος μόλις 29 χιλιομέτρων στο στενότερο σημείο του στο νότιο άκρο της Ερυθράς Θάλασσας, αποτελεί μία από τις πιο πολυσύχναστες και γεωπολιτικά ευάλωτες εμπορικές οδούς του πλανήτη, καθώς συνδέει την Ασία με την Ευρώπη μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Η απάντηση του Τελ Αβίβ υπήρξε άμεση. Λίγες ώρες αργότερα, η ισραηλινή πολεμική αεροπορία, υπό την καθοδήγηση του υποστράτηγου Εγιάλ Ζαμίρ, έπληξε στρατιωτικές υποδομές των Φρουρών της Επανάστασης στο δυτικό και κεντρικό Ιράν, προκαλώντας ισχυρές εκρήξεις στην Τεχεράνη, την Ταμπρίζ και το Ισφαχάν.
Το Ιράν αντέδρασε άμεσα κλείνοντας τον εναέριο χώρο της πρωτεύουσάς του, ενώ το πρωί της Δευτέρας (08/06) εξαπέλυσε νέο κύμα βαλλιστικών πυραύλων κατά του Ισραήλ, ενεργοποιώντας τις σειρήνες σε Ιερουσαλήμ, Μπιρσίβα και στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν.
Παράλληλα, στο κοινό μέτωπο κατά του Ισραήλ προστέθηκε και η Υεμένη, εκτοξεύοντας βαλλιστικό πύραυλο ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, αναχαιτίστηκε επιτυχώς.
Από την πλευρά του Ισραήλ, ο πρέσβης στις ΗΠΑ, Γιεχιέλ Λάιτερ, με ανάρτησή του στο X, υπεραμύνθηκε των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τονίζοντας ότι καμία κυρίαρχη χώρα δεν θα ανεχόταν τέτοιες απειλές.
Ο Ισραηλινός διπλωμάτης διευκρίνισε ότι τα πλήγματα του στρατού ήταν στοχευμένα και επικεντρώθηκαν αποκλειστικά σε ιρανικές θέσεις εκτόξευσης πυραύλων εδάφους-εδάφους και σε μη ενεργειακές υποδομές.
Παράλληλα, προειδοποίησε τη Χεζμπολάχ με σκληρά πλήγματα στα προπύργιά της στη Βηρυτό, ενώ ο εκπρόσωπος των IDF, ταξίαρχος Έφι Ντέφριν, σχολίασε χαρακτηριστικά ότι το Ιράν διέπραξε «σοβαρό λάθος».
Διπλωματικό αδιέξοδο για τον Λευκό Οίκο
Η ραγδαία αυτή κλιμάκωση αποτελεί σημαντικό πλήγμα για την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ζητώντας του επιτακτικά να αποφύγει τα αντίποινα ώστε να μην υπονομευθούν οι διπλωματικές προσπάθειες.
Μάλιστα, με δηλώσεις του στους Financial Times, ο Τραμπ είχε διαμηνύσει ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός «δεν κάνει κουμάντο» και θα πρέπει να αποδεχθεί μια ενδεχόμενη αμερικανοϊρανική συμφωνία, καλώντας παράλληλα και την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, οι εξελίξεις διέψευσαν τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον για μια αποκλιμάκωση ανάλογη με εκείνη του Απριλίου του 2024. Ο Νετανιάχου φαίνεται πως επέλεξε την επίδειξη ισχύος, πιεζόμενος από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες και την ισραηλινή κοινή γνώμη, περιπλέκοντας άρδην τα σχέδια του Τραμπ για την άμεση υπογραφή ενός διμερούς μνημονίου συνεννόησης.