Το κλίμα στο Τελ Αβίβ θυμίζει τις παραμονές της σύγκρουσης του περασμένου Ιουλίου, ωστόσο η παρούσα στρατιωτική προπαρασκευή δεν έχει ιστορικό προηγούμενο τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Από τα μέσα Ιανουαρίου, οι ΗΠΑ έχουν στήσει μια γιγαντιαία αερογέφυρα μεταφέροντας πυρομαχικά και προηγμένα συστήματα αεράμυνας σε βάσεις στο Ισραήλ, την Ιορδανία και το Κατάρ. Η διάταξη αυτή δείχνει ξεκάθαρα πως οι σύμμαχοι προετοιμάζονται για μια επίθεση πρωτοφανούς κλίμακας.
Η «σιδηρά γροθιά» των ΗΠΑ στην περιοχή
Η άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Gerald Ford στην Ανατολική Μεσόγειο και η ιστορική πρώτη στάθμευση μαχητικών F-22 Raptor στην έρημο Νεγκέβ στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα προς το Ιράν. Η παρουσία των «Raptors», που απαιτούν τεράστια επίγεια υποστήριξη, υποδηλώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η συνολική αμερικανική δύναμη κρούσης περιλαμβάνει πλέον:
Δύο αεροπλανοφόρα και 13 πλοία συνοδείας με πυραύλους Tomahawk.
Περισσότερα από 200 μαχητικά τελευταίας τεχνολογίας (F-35, F-22, F-15, F-18).
Υποβρύχια και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού.
Η απουσία βαρέων βομβαρδιστικών από τις βάσεις της περιοχής ερμηνεύεται ως ένδειξη για πιθανά «χειρουργικά» πλήγματα κατά της ιρανικής αεράμυνας, των Φρουρών της Επανάστασης ή υψηλόβαθμων στελεχών του καθεστώτος, αντί για ολοκληρωτικό πόλεμο.
Μούδιασμα στο Τελ Αβίβ και ιρανική απειλή
Παρά την αδιαπέραστη αντιαεροπορική ομπρέλα, οι κάτοικοι του Τελ Αβίβ παρακολουθούν τις εξελίξεις με έκδηλη ανησυχία. Αν και οι επίσημες οδηγίες προς τους πολίτες δεν έχουν αλλάξει, ο στρατός βρίσκεται σε κατάσταση μέγιστου συναγερμού. Η κοινή εκτίμηση είναι πως αν οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη αποτύχουν, το Ιράν θα απαντήσει με όλο του το οπλοστάσιο, το οποίο εκτιμάται ότι περιλαμβάνει:
Πάνω από 3.000 βαλλιστικούς πυραύλους με βεληνέκος που ξεπερνά τα 2.000 χλμ.
Δεκάδες χιλιάδες drones με στόχο τον κορεσμό και την εξουδετέρωση της αεράμυνας του Ισραήλ.
Τι διακυβεύεται στο πυρηνικό μέτωπο
Πριν από τα πλήγματα του Ιουνίου 2025 από Ισραήλ και ΗΠΑ, το Ιράν εμπλούτιζε ουράνιο έως και στο 60% — επίπεδο πολύ κοντά στο περίπου 90% που απαιτείται για χρήση σε πυρηνικά όπλα. Σύμφωνα με κριτήρια του Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ/IAEA), η Τεχεράνη διέθετε επαρκές υλικό για έως και 10 πυρηνικές κεφαλές, εφόσον αυτό εμπλουτιζόταν περαιτέρω.
Αν και μεγάλο μέρος των 20.000 φυγοκεντρητών υπέστη ζημιές, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου φέρεται να μην καταστράφηκε πλήρως. Η Τεχεράνη δεν έχει επιτρέψει εκ νέου επιθεωρήσεις της IAEA, ενώ παραμένει ασαφές πού ακριβώς βρίσκεται το υλικό.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκεται ακόμη και η πιθανότητα προσωρινού «μηδενικού εμπλουτισμού» για περίοδο τριών έως δέκα ετών. Ωστόσο, το Ιράν επιμένει να διατηρήσει το δικαίωμα εμπλουτισμού, έστω με αυστηρά όρια. Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον θα απαιτούσε ενισχυμένο καθεστώς επιθεωρήσεων.
Το αγκάθι των βαλλιστικών πυραύλων
Παράλληλα, το εκτεταμένο πυραυλικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης αποτελεί κεντρικό σημείο έντασης. Το Ιράν διαθέτει το μεγαλύτερο απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων στη Μέση Ανατολή, με υπόγειες «πόλεις πυραύλων» και συστήματα ικανά να πλήξουν στόχους σε ακτίνα έως 2.000 χιλιομέτρων — από το Ισραήλ έως αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Οι Sejil, Ghadr και Khorramshahr συγκαταλέγονται στα συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, ενώ οι Emad και Shahab-3 καλύπτουν μεσαίες αποστάσεις. Το Ιράν έχει επίσης ανακοινώσει πρόοδο σε υπερηχητικές τεχνολογίες, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη δυνατότητα διείσδυσης έναντι αντιαεροπορικών συστημάτων.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τουλάχιστον τον περιορισμό δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBM). Το Ισραήλ ζητά ακόμη αυστηρότερα όρια, ιδανικά με εμβέλεια κάτω των 1.000 χιλιομέτρων ή διατήρηση του δικαιώματος μονομερούς στρατιωτικής δράσης.
Περιφερειακή ασφάλεια και ρίσκο κλιμάκωσης
Η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει το πυραυλικό της οπλοστάσιο, όπως στον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου 2025 με το Ισραήλ, αλλά και σε επιθέσεις κατά αμερικανικών και περιφερειακών στόχων. Για την ιρανική ηγεσία, οι πύραυλοι λειτουργούν ως εργαλείο αποτροπής και πολιτικής πίεσης.
Για τη Δύση, ωστόσο, το πυραυλικό πρόγραμμα συνδέεται άρρηκτα με τους στόχους μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής σε περίπτωση που το Ιράν αποφάσιζε να προχωρήσει.
Με τις συνομιλίες στη Γενεύη σε εξέλιξη, το αποτέλεσμα θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά και τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει τους κινδύνους κλιμάκωσης· μια αποτυχία, όμως, ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες στρατιωτικές αναμετρήσεις.