Σκιές και αμφισβητήσεις γύρω από τις αμερικανικές αιτιάσεις για την ιρανική απειλή

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 27/02/26 - 22:35

Το 2003, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Γ. Μπους είχε επικαλεστεί, στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, πληροφορίες περί αναζήτησης ουρανίου από το Ιράκ στην Αφρική για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων — ισχυρισμοί που αργότερα αποδείχθηκαν αβάσιμοι.

Σήμερα, δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τον επείγοντα χαρακτήρα της ιρανικής πυρηνικής και πυραυλικής απειλής προκαλούν αντίστοιχους παραλληλισμούς.

Οι τρεις βασικοί ισχυρισμοί

Ο Αμερικανός πρόεδρος και στενοί συνεργάτες του υποστήριξαν ότι το Ιράν έχει επανεκκινήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, διαθέτει επαρκές υλικό για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας «εντός ημερών» και αναπτύσσει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς που σύντομα θα μπορούν να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, οι ισχυρισμοί αυτοί είτε δεν τεκμηριώνονται είτε έρχονται σε αντίθεση με τα διαθέσιμα στοιχεία.

«Δεν υπάρχουν αποδείξεις» επιμένουν αξιωματούχοι

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, διεθνείς οργανισμοί παρακολούθησης εξοπλισμών και εκθέσεις των υπηρεσιών πληροφοριών παρουσιάζουν μια λιγότερο δραματική εικόνα για την αμεσότητα της απειλής.

Παρότι η Τεχεράνη έχει προχωρήσει σε εργασίες αποκατάστασης και εκσκαφής σε πυρηνικές εγκαταστάσεις που επλήγησαν σε προηγούμενα πλήγματα, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι έχει επανεκκινήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου ή ότι εργάζεται ενεργά για την κατασκευή πυρηνικού μηχανισμού.

Σύμφωνα με τον Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, σημαντικό μέρος του εμπλουτισμένου ουρανίου υψηλής καθαρότητας παραμένει θαμμένο σε υπόγειες εγκαταστάσεις, γεγονός που καθιστά τεχνικά εξαιρετικά δύσκολη την άμεση αξιοποίησή του.

Διαφορετικές εκτιμήσεις για τους πυραύλους

Στην ομιλία του, ο Τραμπ ανέφερε ότι το Ιράν αναπτύσσει πυραύλους που «σύντομα» θα μπορούν να φτάσουν στις ΗΠΑ. Την επόμενη ημέρα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υιοθέτησε πιο επιφυλακτική διατύπωση, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί «κάποια μέρα».

Αμερικανοί αξιωματούχοι με γνώση των σχετικών πληροφοριών εκτιμούν ότι η απειλή δεν είναι τόσο άμεση όσο παρουσιάζεται δημοσίως. Έκθεση της Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας είχε καταλήξει ότι το Ιράν δεν διαθέτει σήμερα διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν τις ΗΠΑ και ότι ενδέχεται να χρειαστεί έως και μία δεκαετία για να αποκτήσει σημαντικό αριθμό τέτοιων συστημάτων.

Το υφιστάμενο οπλοστάσιο

Το Ιράν εκτιμάται ότι διαθέτει περίπου 2.000 πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, με τους ισχυρότερους να μπορούν να φτάσουν περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η Τεχεράνη έχει δώσει προτεραιότητα σε αυτά τα συστήματα αποτροπής και όχι στην ανάπτυξη διηπειρωτικών δυνατοτήτων.

Αναφορές στο παρελθόν για τεχνολογική υποστήριξη από τη Βόρεια Κορέα είχαν ενισχύσει τις ανησυχίες, όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι το Ιράν έχει καταστήσει κορυφαία προτεραιότητα την απόκτηση πυραύλων ικανών να πλήξουν το αμερικανικό έδαφος.

Προβληματισμός για τη διαχείριση των πληροφοριών

Στο παρασκήνιο, ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες ότι οι πληροφορίες που φτάνουν στον Λευκό Οίκο ενδέχεται να παρουσιάζονται επιλεκτικά ή διογκωμένες. Ο επικεφαλής διαπραγματευτής των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, υποστήριξε πρόσφατα ότι το Ιράν απέχει «μία εβδομάδα» από την απόκτηση υλικού για βόμβα, εκτίμηση που αμφισβητείται από υπηρεσιακούς παράγοντες.

Η συζήτηση αναβιώνει μνήμες από το 2003 και επαναφέρει το ερώτημα κατά πόσο τα διαθέσιμα στοιχεία δικαιολογούν την εικόνα μιας άμεσης και υπαρξιακής απειλής — ή αν πρόκειται για πολιτική ερμηνεία πληροφοριών που επιδέχονται διαφορετική ανάγνωση.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ