Η νέα θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής: η Ουάσιγκτον δεν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να παραμένει ο βασικός εγγυητής της πυρηνικής ασφάλειας της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ. Το μήνυμα αυτό μεταφέρθηκε με διπλωματικότερο τόνο από τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, επιβεβαιώνοντας ωστόσο την ουσία: η «αμερικανική πυρηνική ομπρέλα» δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η αβεβαιότητα αυτή έχει κινητοποιήσει ευρωπαϊκές και καναδικές κυβερνήσεις, οι οποίες δεσμεύονται για αύξηση αμυντικών δαπανών και ενίσχυση των συμβατικών τους δυνάμεων. Ωστόσο, το πιο ακανθώδες ζήτημα αφορά την πυρηνική αποτροπή. Μετά και τη λήξη της τελευταίας συμφωνίας ελέγχου εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, της New START Treaty, εντείνονται οι ανησυχίες για μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, σε μια περίοδο δημοσιονομικής και γεωπολιτικής πίεσης.
Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της κινεζικής στρατηγικής ισχύος και η σταθερή πρόοδος του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας ενισχύουν τα επιχειρήματα στην Ουάσιγκτον υπέρ μιας στροφής προς την Ασία. Η λογική «η Ευρώπη να διαχειριστεί τη Ρωσία και οι ΗΠΑ την Κίνα» κερδίζει έδαφος.
Η Ευρώπη, πάντως, δεν στερείται πυρηνικής ισχύος. Τόσο η Γαλλία όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν αξιόλογα οπλοστάσια και στόλους υποβρυχίων βαλλιστικών πυραύλων. Ωστόσο, η επιχειρησιακή διαθεσιμότητα παραμένει περιορισμένη, ενώ περίπου 100 αμερικανικές βόμβες B61 παραμένουν ανεπτυγμένες σε ευρωπαϊκό έδαφος, λειτουργώντας ως ο «μηχανισμός πυροδότησης» της στρατηγικής αποτροπής.
Απέναντι στο ενδεχόμενο αμερικανικής αποδέσμευσης, διατυπώνεται μια εναλλακτική πρόταση: η συλλογική χρηματοδότηση από τα μη πυρηνικά μέλη του ΝΑΤΟ επιπλέον βρετανικών και γαλλικών πυρηνικών υποβρυχίων, με ενίσχυση των αντίστοιχων οπλοστασίων. Στόχος θα ήταν η δημιουργία μιας πλήρως ευρωπαϊκής, αλλά συμμαχικής, πυρηνικής αποτροπής, χωρίς τη δημιουργία νέων εθνικών πυρηνικών δυνάμεων και χωρίς παραβίαση της Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.
Μια τέτοια λύση, υποστηρίζουν οι θιασώτες της, θα εξυπηρετούσε πολλαπλούς στόχους:
Η Ευρώπη θα αποκτούσε αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ έναντι της Ρωσίας.
Η Ουάσιγκτον θα απελευθερωνόταν από τον ρόλο του πυρηνικού «εγγυητή».
Θα αποτρεπόταν η ανεξέλεγκτη διάδοση πυρηνικών όπλων από χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία ή ο Καναδάς.
Ωστόσο, στην Ασία το τοπίο είναι πιο σύνθετο. Η αβεβαιότητα γύρω από τη μακροπρόθεσμη αμερικανική δέσμευση ενδέχεται να ωθήσει χώρες όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα να εξετάσουν σοβαρά την απόκτηση δικής τους πυρηνικής αποτροπής — μια εξέλιξη που θα άλλαζε ριζικά την παγκόσμια στρατηγική ισορροπία.
Το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορεί η Δύση να επανασχεδιάσει το σύστημα συλλογικής ασφάλειας χωρίς να πυροδοτήσει νέα κούρσα εξοπλισμών; Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του ΝΑΤΟ, αλλά και τη συνολική αρχιτεκτονική της διεθνούς ασφάλειας στον 21ο αιώνα.