Σε μια κρίσιμη καμπή για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε τη διεξαγωγή του τρίτου γύρου ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, ο οποίος έχει προγραμματιστεί για τις 14 και 15 Μαΐου στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Η πρωτοβουλία αυτή αντανακλά την έντονη πίεση που ασκεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ για την επίτευξη μιας μόνιμης συμφωνίας, την ίδια στιγμή που το πεδίο των επιχειρήσεων παραμένει φλεγόμενο.
Παρά την ύπαρξη μιας εύθραυστης εκεχειρίας, η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα μετά το πρόσφατο ισραηλινό πλήγμα στα νότια προάστια της Βηρυτού, το οποίο αποτέλεσε την πρώτη επίθεση στην πρωτεύουσα του Λιβάνου μετά από έναν μήνα και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο υψηλόβαθμου στελέχους της Χεζμπολάχ.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, εξέφρασε την αισιοδοξία του για την έκβαση των διαπραγματεύσεων, θέτοντας ωστόσο ως απαράβατο όρο την ενίσχυση της κυβέρνησης του Λιβάνου, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη δράση της Χεζμπολάχ στο εσωτερικό της.
Από την πλευρά του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου διεμήνυσε με αυστηρό ύφος πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ασυλία για τους εχθρούς της χώρας του, επιβεβαιώνοντας τη σκληρή γραμμή που ακολουθεί το Τελ Αβίβ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν στη δημοσιότητα οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, οι επιχειρήσεις τους συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, καθώς υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 200 μαχητές της σιιτικής οργάνωσης έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της εκεχειρίας πριν από τρεις εβδομάδες.
Το Ισραήλ υποστηρίζει ότι οι ενέργειές του εμπίπτουν στο δικαίωμα της αυτοάμυνας που προβλέπει η τρέχουσα συμφωνία, η οποία αν και απαγορεύει τις επιθετικές επιχειρήσεις, επιτρέπει την απάντηση σε άμεσες απειλές. Η επερχόμενη συνάντηση στην Ουάσινγκτον θεωρείται καθοριστική, καθώς θα κληθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις συνεχιζόμενες στρατιωτικές συγκρούσεις και την ανάγκη για μια βιώσιμη διπλωματική διέξοδο.