Στις αρχές Ιουλίου, το ιρανικό καθεστώς προχώρησε στην ουσιαστική ακύρωση της συμφωνίας εκεχειρίας που είχε επιτύχει με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον τριών εμπορικών πλοίων στο Στενό του Ορμούζ.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε εύλογη απορία στη διεθνή διπλωματία, καθώς η συμφωνία προέβλεπε εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για την Τεχεράνη, όπως την άρση των κυρώσεων, την αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων και τη δημιουργία ταμείου αποζημιώσεων ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Σύμφωνα με αναλυτές και πρώην διπλωμάτες, η φαινομενικά παράλογη απόφαση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ερμηνεύεται μέσα από δύο βασικούς κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά της: την απόλυτη αφοσίωση της ηγεσίας στη διατήρηση της εξουσίας με κάθε κόστος και το γεγονός ότι οι εξωτερικές της ενέργειες αποσκοπούν συχνά στη διευθέτηση εσωτερικών ισορροπιών παρά σε ορθολογική ασκηση εξωτερικής πολιτικής.
Η εσωτερική δομή του καθεστώτος βρίσκεται πλέον σε κατάσταση σοβαρής αποδιοργάνωσης. Τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα στα τέλη Φεβρουαρίου αποκεφάλισαν την ηγεσία, προκαλώντας το θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ —ο οποίος επί δεκαετίες λειτουργούσε ως ο απόλυτος διαιτητής μεταξύ των αντιμαχόμενων φατριών— καθώς και του Αλί Λαριτζανί, που αποτελούσε τον κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ των Φρουρών της Επανάστασης, του κλήρου και των πολιτικών.
Αν και ο γιος του Χαμενεΐ, Μοτζταμπά, ανακηρύχθηκε νέος ανώτατος ηγέτης, η απουσία του από τη δημόσια σφαίρα λόγω τραυματισμού και η επίκληση λόγων ασφαλείας έχουν αποδυναμώσει την ικανότητά του να ελέγχει το σύστημα.
Το κενό εξουσίας επιτείνει την παράνοια και τους ανταγωνισμούς, ενισχύοντας παράλληλα τη σκληροπυρηνική πτέρυγα των Φρουρών της Επανάστασης. Υπό αυτό το πρίσμα, η τορπίλη στη συμφωνία με τις ΗΠΑ δεν αποτελούσε στρατηγική κίνηση απέναντι στην Ουάσινγκτον, αλλά αποτέλεσμα εσωτερικών τακτικισμών και επίδειξης ισχύος μεταξύ των διαφορετικών πόλων εξουσίας στην Τεχεράνη.