Χρειάστηκε η παρέμβαση του πρωθυπουργού της Σλοβενίας, Ρόμπερτ Γκόλομπ, για να ειπωθεί ανοιχτά αυτό που πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες απέφευγαν: το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» που προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί μια αθώα πρωτοβουλία διαμεσολάβησης, αλλά μια κίνηση που «διαταράσσει επικίνδυνα τη διεθνή τάξη». Μέχρι τότε, οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναζητούσαν υπεκφυγές, επικαλούμενες την ανάγκη περαιτέρω διαβουλεύσεων με την Ουάσινγκτον ή κρυπτόμενες πίσω από επιμέρους ενστάσεις, όπως η συμμετοχή του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ο Τραμπ, ωστόσο, προχώρησε ακάθεκτος. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός παρουσίασε με κάθε επισημότητα το ιδρυτικό σχήμα του νέου οργάνου, με τη συμμετοχή 19 κρατών. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται πολιτικοί και ιδεολογικοί σύμμαχοι του τραμπισμού, όπως η Αργεντινή του Χαβιέρ Μιλέι και η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, αλλά και χώρες πιο «εξωτικές» για τα δυτικά δεδομένα, όπως η Μογγολία. Παρούσα, με εμφανή ικανοποίηση, ήταν και η Λευκορωσία του Αλεξάντρ Λουκασένκο, στέλνοντας μήνυμα προς τον ευρασιατικό χώρο.
Την ίδια στιγμή, ορισμένες προσκλήσεις αποσύρθηκαν ή έμειναν μετέωρες. Ο Μαρκ Κάρνεϊ είδε την πρόσκλησή του να ανακαλείται μετά την αιχμηρή, αντι-τραμπική του ομιλία, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν, που εξέφρασε επιφυλάξεις, βρέθηκε αντιμέτωπος με απειλές για εξοντωτικούς δασμούς στα γαλλικά κρασιά.
Αν και το «Συμβούλιο Ειρήνης» εμφανίστηκε αρχικά ως εργαλείο υποστήριξης του σχεδίου Τραμπ για τη Γάζα, η εξέλιξή του δείχνει ότι φιλοδοξεί να παίξει πολύ ευρύτερο ρόλο. Στην πράξη, μετατρέπεται σε έναν άτυπο, προσωπικό μηχανισμό παγκόσμιας επιρροής, έναν οιονεί αντι-ΟΗΕ υπό τον άμεσο έλεγχο του Αμερικανού προέδρου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ αυτοανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρος του οργάνου, ενώ όρισε και «εισιτήριο συμμετοχής» ύψους ενός δισ. δολαρίων για κάθε κράτος-μέλος.
Το ιδρυτικό μανιφέστο μιλά για «ρεαλισμό», «κοινή λογική» και απομάκρυνση από θεσμούς που «έχουν αποτύχει», διακηρύσσοντας σεβασμό στο διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, η διαχρονική δυσφορία του Τραμπ απέναντι στην πολυμέρεια και τους περιορισμούς του διεθνούς δικαίου καθιστά αυτές τις διακηρύξεις κενό γράμμα.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια μακρά αμερικανική παράδοση επιλεκτικής συμμετοχής στη διεθνή αρχιτεκτονική. Από την άρνηση επικύρωσης της Κοινωνίας των Εθνών έως τη σύγχρονη απόσταση από θεσμούς όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, η Ουάσινγκτον συχνά επιλέγει τη «λογική της εξαίρεσης». Επί Τραμπ, αυτή η στάση έχει ενταθεί δραματικά, με τις ΗΠΑ να αποχωρούν από δεκάδες διεθνείς συμφωνίες και οργανισμούς.
Η ειρωνεία είναι ότι, παρά τις αδυναμίες του, ο ΟΗΕ εξακολουθεί να διαθέτει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: τη νομιμοποίηση. Και ακριβώς αυτό είναι το στοιχείο που δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα προσωποπαγές, χρηματοδοτούμενο και πολιτικά ελεγχόμενο μόρφωμα, όσο φιλόδοξο κι αν εμφανίζεται.
Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι αν το «Συμβούλιο Ειρήνης» αποτελεί άλλη μία εκκεντρική πρωτοβουλία του Τραμπ ή ένα όχημα προσωπικής υστεροφημίας. Είναι οι συνέπειες που μπορεί να έχει για το ήδη εύθραυστο διεθνές σύστημα, αν η παγκόσμια διακυβέρνηση αρχίσει να υποκαθίσταται από «εταιρικές» εκδοχές θεσμών, κομμένες και ραμμένες στα μέτρα ενός ισχυρού ηγέτη.