Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, βρίσκεται στο Πεκίνο ενόψει της αυριανής συνάντησής του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, σε μια συγκυρία έντονων γεωπολιτικών και οικονομικών πιέσεων που, σύμφωνα με αναλυτές, ενδέχεται να περιορίσουν τα διαπραγματευτικά περιθώρια της Ουάσινγκτον.
Η συνάντηση των δύο ηγετών θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη για τις αμερικανοκινεζικές σχέσεις, καθώς στην ατζέντα περιλαμβάνονται ζητήματα όπως ο πόλεμος στο Ιράν, το διεθνές εμπόριο, οι δασμοί, η ενεργειακή κρίση και η Ταϊβάν.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η αδυναμία της αμερικανικής κυβέρνησης να επιτύχει μια καθαρή στρατηγική νίκη απέναντι στο Ιράν έχουν δημιουργήσει νέα ερωτήματα γύρω από την ισχύ και την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η Τεχεράνη, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εμφανίζεται να αμφισβητεί ανοιχτά την αμερικανική πίεση, με τον σύμβουλο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, να στέλνει μήνυμα προς τον Τραμπ λίγο πριν από το ταξίδι του στην Κίνα.
«Μην φανταστείτε ότι μπορείτε να μπείτε θριαμβευτικά στο Πεκίνο εκμεταλλευόμενοι την παρούσα ηρεμία στο Ιράν», φέρεται να δήλωσε, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Tasnim.
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η Κίνα ενδέχεται να επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη δύσκολη θέση των ΗΠΑ, ενδεχομένως ζητώντας ανταλλάγματα σε ζητήματα εμπορίου ή ακόμη και στο θέμα της Ταϊβάν, το οποίο το Πεκίνο θεωρεί στρατηγικής σημασίας.
Ο αναλυτής του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), Έντγκαρντ Κάγκαν, εκτιμά ότι ο πόλεμος στο Ιράν προσθέτει μια νέα και απρόβλεπτη διάσταση στη συνάντηση Τραμπ – Σι, η οποία αρχικά είχε σχεδιαστεί κυρίως γύρω από οικονομικά ζητήματα.
Παράλληλα, η Κίνα συνεχίζει να επιδιώκει σταθερότητα στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές προκλήσεις και το Πεκίνο επιθυμεί προβλέψιμο διεθνές περιβάλλον.
Αντίθετα, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από σημαντική απομάκρυνση από τις παραδοσιακές αμερικανικές πολιτικές που κυριάρχησαν μετά την εποχή του Ρίτσαρντ Νίξον.
Οι επικριτές του Αμερικανού προέδρου θεωρούν ότι η απρόβλεπτη εξωτερική πολιτική του αποδυναμώνει τα στρατηγικά πλεονεκτήματα των ΗΠΑ, ενώ υποστηρικτές του εκτιμούν ότι η αστάθεια που προκαλεί λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης απέναντι στους αντιπάλους της Ουάσινγκτον.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται και η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε μετά τις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ, καθώς το Ιράν απέδειξε –σύμφωνα με αναλυτές– ότι διατηρεί σημαντική επιρροή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Παράλληλα, το Πεκίνο έχει ήδη δείξει τη διαπραγματευτική του ισχύ απέναντι στην Ουάσινγκτον, αξιοποιώντας τον έλεγχό του στις σπάνιες γαίες, κρίσιμες για την αμερικανική τεχνολογική βιομηχανία, γεγονός που είχε οδηγήσει την κυβέρνηση Τραμπ σε μερική υποχώρηση στο μέτωπο των δασμών.
Ο Ίαν Λέσερ από το German Marshall Fund εκτιμά ότι η έντονη κινητικότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αυξημένη επιρροή, αλλά αντίθετα μπορεί να ενισχύει την εικόνα αδυναμίας των ΗΠΑ σε ορισμένα μέτωπα.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η παρατεταμένη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να καθυστερήσει περαιτέρω τη στρατηγική «στροφή προς την Ασία», η οποία αποτελεί διαχρονικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην άνοδο της Κίνας.
Το δημοσίευμα σημειώνει επίσης ότι το Πεκίνο δεν έχει ιδιαίτερο κίνητρο να πιέσει αποφασιστικά το Ιράν, καθώς δεν επιθυμεί την ενίσχυση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή ούτε την εγκαθίδρυση ενός περισσότερο φιλοαμερικανικού καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας, αλλά και για τη συνολική εικόνα της αμερικανικής ισχύος σε μια περίοδο αυξανόμενων διεθνών αμφισβητήσεων.