Παρά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ και τις επίσημες διακηρύξεις της νέας κυβέρνησης στη Δαμασκό περί εξάρθρωσης των διαδρόμων λαθρεμπορίου προς τον Λίβανο, η πραγματικότητα επί του εδάφους αποδεικνύεται πολύ πιο σκοτεινή.
Πληροφορίες που επικαλείται η εφημερίδα Israel Hayom αποκαλύπτουν πως, πίσω από την επιφανειακή εχθρότητα, στελέχη της κυβέρνησης του Άχμεντ αλ Σαράα (πρώην Τζολάνι) συνεργάζονται κρυφά με τη Χεζμπολάχ, τροφοδοτώντας την με φθηνό οπλισμό από τα κατασχεμένα αποθέματα του συριακού στρατού.
Σύμφωνα με συριακές πηγές, η Δαμασκός διαθέτει εκατοντάδες αποθήκες γεμάτες με πυραύλους τύπου Scud και Grad. Ωστόσο, η αδυναμία του κράτους να συντηρήσει τους χιλιάδες μισθοφόρους που στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό, έχει οδηγήσει σε ένα όργιο διαφθοράς.
Πολλοί από αυτούς τους ένοπλους ισλαμιστές, λειτουργώντας χωρίς αρχές και με μόνο γνώμονα το κέρδος, έχουν μετατραπεί σε μεσάζοντες του Ιράν και της Χεζμπολάχ, διακινώντας όπλα, ναρκωτικά και κλεμμένα οχήματα.
Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται από την έξαρση του αντι-ισραηλινού κλίματος στη νότια Συρία. Σε πρόσφατες διαδηλώσεις στη Δαμασκό, οργανωμένες από ακραίες ομάδες τζιχαντιστών που φαίνεται να δρουν εκτός κεντρικού ελέγχου, εμφανίστηκαν ένοπλοι με τα διακριτικά της Χαμάς, ενώ εκτοξεύθηκαν απειλές για καταστροφή του Ισραήλ και επιθέσεις σε ξένες πρεσβείες.
Αυτή η αστάθεια προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με την ηγεσία τους να καταδικάζει τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και να ζητά εξηγήσεις για το κενό ασφαλείας.
Αν και το συριακό Υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε να αποστασιοποιηθεί, χαρακτηρίζοντας τα επεισόδια ως ενέργειες μιας «περιθωριακής ομάδας», η αδυναμία του Αλ Σαράα να ελέγξει τα υπουργεία Εσωτερικών και Άμυνας εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το αν η Συρία παραμένει, έστω και ανεπίσημα, ένας στρατηγικός σύμμαχος της Χεζμπολάχ στην περιοχή.