Σε μια φορτισμένη ομιλία με βαθύ ιστορικό και πνευματικό περιεχόμενο, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έθεσε προ των ευθυνών τους εκείνους που, ενώ έλαβαν το φως του Χριστιανισμού από την Κωνσταντινούπολη, σήμερα στρέφονται εναντίον της.
Το απόγευμα του Σαββάτου, 17 Ιανουαρίου 2026, στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, απευθυνόμενος σε μαθητές από τη Λάρισα, δεν περιορίστηκε σε τυπικές παραινέσεις. Με αφορμή την εορτή των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας αναφέρθηκε στην οικουμενική αποστολή του Θρόνου, η οποία εδράζεται στην αγάπη και τη συμφιλίωση.
Ωστόσο, η αναφορά του στη «μητέρα Κωνσταντινούπολη» ως την πηγή από την οποία ξεκίνησαν οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος για να εκχριστιανίσουν τα σλαβικά φύλα, είχε σαφή αποδέκτη: το Πατριαρχείο Μόσχας και τη ρωσική ηγεσία.
«Κινούν την πτέρναν κατά του ευεργέτου»
Η φράση του Πατριάρχη, «Έστω και αν αυτοί, δυστυχώς, οι αδελφοί μας, οι ευεργετηθέντες πλουσίως από την Κωνσταντινούπολη, δεν αναγνωρίζουν την ευεργεσία και κινούν την πτέρναν κατά του ευεργέτου», αποτυπώνει την πικρία αλλά και την πνευματική αυστηρότητα του Φαναρίου.
Η δήλωση αυτή έρχεται ως άμεση απάντηση στις πρόσφατες επιθέσεις που δέχεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας και την επίσημη ρωσική Εκκλησία. Η σύγκρουση, η οποία εντάθηκε μετά την παραχώρηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας το 2019, έχει λάβει πλέον διαστάσεις γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε ότι η Ρωσία και οι σλαβικοί λαοί οφείλουν την πνευματική τους υπόσταση, το αλφάβητό τους και τον πολιτισμό τους στη Βασιλεύουσα. Η άρνηση αυτής της πνευματικής συγγένειας και η προσπάθεια υποβάθμισης του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου χαρακτηρίζονται από το Φανάρι ως πράξη αχαριστίας που διασπά την ενότητα της Ορθοδοξίας.
Το πλαίσιο της σύγκρουσης
Σύμφωνα με αναλυτές, η ρητορική της Μόσχας επιχειρεί να παρουσιάσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως όργανο δυτικών συμφερόντων. Από την πλευρά του, ο κ.κ. Βαρθολομαίος επιμένει ότι η δράση του Πατριαρχείου είναι υπεράνω εθνικισμών (εθνοφυλετισμού) και υπηρετεί την κανόνα της Εκκλησίας, όπως αυτός ορίστηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους.
Η ομιλία αυτή αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας οργανισμός διοίκησης, αλλά μια ζωντανή παράδοση με μνήμη. Για το Φανάρι, η αναγνώριση της «ευεργεσίας» δεν είναι ζήτημα υποταγής, αλλά σεβασμού στην ιστορική αλήθεια και την εκκλησιολογική τάξη. Η στάση των «ευεργετηθέντων» παραμένει το μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις των δύο πλευρών, με την Κωνσταντινούπολη να δηλώνει παρούσα στη διαφύλαξη των προνομίων της.