Το ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, που τελέστηκε σήμερα, 25 Ιανουαρίου 2026, στον Καθεδρικό Ναό της Αναστάσεως στα Τίρανα, δεν ήταν απλώς μια εκκλησιαστική τελετή μνήμης. Ήταν ένα γεγονός με σαφές πολιτικό και συμβολικό αποτύπωμα σε μια χώρα όπου η θρησκεία, η εθνική ταυτότητα και η γεωπολιτική διασταυρώνονται με ιδιαίτερη ένταση.
Η παρουσία πλήθους πιστών, εκπροσώπων θρησκευτικών κοινοτήτων, πολιτικών παραγόντων και διπλωματικών αποστολών επιβεβαίωσε ότι η προσωπικότητα του Αναστασίου εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας αλλά και για το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Έναν χρόνο μετά την κοίμησή του, η παρακαταθήκη του δεν αξιολογείται μόνο θεολογικά ή κοινωνικά· αξιολογείται και γεωπολιτικά.
Η ανασύσταση μιας Εκκλησίας σε ένα άθεο κράτος
Όταν ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος ανέλαβε το 1992 την ηγεσία της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, η χώρα έβγαινε από ένα από τα σκληρότερα καθεστώτα κρατικού αθεϊσμού στον κόσμο. Από το 1967, το καθεστώς Χότζα είχε απαγορεύσει κάθε θρησκευτική έκφραση, μετατρέποντας ναούς σε αποθήκες και διώκοντας κληρικούς.
Η Εκκλησία που παρέλαβε ο Αναστάσιος ήταν σχεδόν ανύπαρκτη οργανωτικά. Μέσα σε τρεις δεκαετίες ανασυστάθηκαν εκατοντάδες ενορίες, ανεγέρθηκαν ή αποκαταστάθηκαν ναοί, ιδρύθηκαν θεολογικές σχολές και αναπτύχθηκαν δομές κοινωνικής πρόνοιας. Η Εκκλησία της Αλβανίας μετατράπηκε από θεσμικό ερείπιο σε συγκροτημένο οργανισμό με κοινωνική παρουσία.
Αυτή η αναγέννηση, όμως, δεν ήταν πολιτικά ουδέτερη.
Η ελληνική καταγωγή και η εθνική ευαισθησία
Ο Αναστάσιος ήταν Έλληνας στην καταγωγή, θεολόγος με διεθνή αναγνώριση και έντονη ιεραποστολική δράση. Η επιλογή του να ηγηθεί της Εκκλησίας της Αλβανίας, σε μια περίοδο εθνικής ανασυγκρότησης της χώρας, προκάλεσε από νωρίς αντιδράσεις από κύκλους αλβανικού εθνικισμού.
Σε περιόδους έντασης – ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000 – διατυπώθηκαν κατηγορίες ότι η παρουσία του αποτελούσε όχημα «ελληνικής επιρροής» στη νότια Αλβανία. Οι φωνές αυτές δεν κυριάρχησαν πολιτικά, ωστόσο ουδέποτε εξαφανίστηκαν πλήρως από τον δημόσιο λόγο.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με την ελληνική εθνική μειονότητα στη Βόρεια Ήπειρο. Για την Αθήνα, η προστασία των δικαιωμάτων της μειονότητας αποτελεί διαχρονική προτεραιότητα. Για τα Τίρανα, η ισορροπία ανάμεσα στην αναγνώριση μειονοτικών δικαιωμάτων και την αποφυγή εσωτερικών εθνικών τριβών είναι εξίσου κρίσιμη.
Ο Αναστάσιος κινήθηκε προσεκτικά σε αυτό το πεδίο. Δεν υιοθέτησε ποτέ ρητορική εθνικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, επεδίωξε να ενισχύσει την αλβανική ταυτότητα της Εκκλησίας, προωθώντας την εκπαίδευση Αλβανών κληρικών και ενισχύοντας τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στη λατρεία. Ωστόσο, η ίδια του η παρουσία είχε αναπόφευκτα πολιτικό βάρος.
Η Εκκλησία ως παράγοντας ήπιας ισχύος
Η περίπτωση Αναστασίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα άσκησης ήπιας ισχύος (soft power) στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα, χωρίς επίσημη κρατική παρέμβαση, βρέθηκε να συνδέεται με την αναγέννηση ενός βασικού θεσμού της αλβανικής κοινωνίας.
Η Εκκλησία της Αλβανίας ανέπτυξε κοινωνικά προγράμματα, εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, φιλανθρωπικές δομές και διαθρησκειακές δράσεις που ενίσχυσαν την εικόνα της σταθερότητας και της μετριοπάθειας. Σε μια περιοχή όπου το θρησκευτικό στοιχείο μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας έντασης, η αλβανική Ορθοδοξία υπό τον Αναστάσιο λειτούργησε ως στοιχείο εξισορρόπησης.
Αυτό είχε και ευρωπαϊκή διάσταση. Η Αλβανία, ως υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προβάλλει τη διαθρησκειακή συνύπαρξη ως στοιχείο θεσμικής ωριμότητας. Ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο πλαίσιο αυτό δεν είναι αμελητέος.
Οι διμερείς σχέσεις σε περίοδο δοκιμασίας
Την τελευταία δεκαετία, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις έχουν γνωρίσει φάσεις έντασης και αποκλιμάκωσης. Ζητήματα όπως η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι περιουσίες της μειονότητας, αλλά και η υπόθεση του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας Φρέντι Μπελέρη, επανέφεραν στο προσκήνιο ευαισθησίες που ουδέποτε είχαν εξαφανιστεί.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Εκκλησία λειτούργησε συχνά ως παράγοντας σταθερότητας. Η απουσία του Αναστασίου δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο ισορροπιών. Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη (Joan Pelushi) το 2025 σηματοδότησε τη μετάβαση σε ηγεσία με σαφώς αλβανική καταγωγή, στοιχείο που ερμηνεύθηκε από αρκετούς ως προσπάθεια εθνικής «κανονικοποίησης» της Εκκλησίας.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η νέα ηγεσία θα διατηρήσει τον ίδιο βαθμό ισορροπίας ανάμεσα στην εθνική ευαισθησία και τη διατήρηση των δεσμών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον ευρύτερο ορθόδοξο κόσμο.
Η γεωπολιτική διάσταση των Βαλκανίων
Τα Βαλκάνια παραμένουν πεδίο ανταγωνισμού επιρροών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία, η Ρωσία και, σε μικρότερο βαθμό, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν διαφορετικά επίπεδα παρουσίας και επιρροής στην περιοχή.
Η Αλβανία έχει στρατηγική σχέση με την Τουρκία, ιδίως στον τομέα της άμυνας και των επενδύσεων. Παράλληλα, η ένταξή της στο ΝΑΤΟ και η ευρωπαϊκή της προοπτική τη συνδέουν στενά με τη Δύση.
Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας δεν αποτελεί απλώς θρησκευτικό οργανισμό. Είναι θεσμός με διεθνείς διασυνδέσεις, με ρόλο στην κοινωνική συνοχή και με επιρροή σε περιοχές όπου κατοικεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής μειονότητας.
Η μνήμη του Αναστασίου υπενθυμίζει ότι η θρησκευτική ηγεσία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα αλλά και ως πιθανό σημείο τριβής, εάν η πολιτική συγκυρία το επιτρέψει.
Το μήνυμα του μνημοσύνου
Το μνημόσυνο στα Τίρανα είχε διττό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά, ήταν φόρος τιμής σε έναν ιεράρχη που ταυτίστηκε με την αναγέννηση της Εκκλησίας. Από την άλλη, αποτέλεσε διακριτικό μήνυμα συνέχειας και σταθερότητας σε μια περίοδο όπου οι ελληνοαλβανικές σχέσεις απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς.
Η παρουσία επισήμων και η δημόσια αναφορά στο έργο του Αναστασίου λειτούργησαν ως υπενθύμιση ότι η συνεργασία Ελλάδας–Αλβανίας δεν περιορίζεται σε διπλωματικά έγγραφα και τεχνικές διαπραγματεύσεις. Διαπερνά κοινωνικούς και θεσμικούς δεσμούς που οικοδομήθηκαν επί δεκαετίες.
Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι σαφής: να διατηρηθεί η θεσμική ωριμότητα και να αποφευχθεί η εργαλειοποίηση θρησκευτικών ζητημάτων για εσωτερική πολιτική κατανάλωση, είτε στα Τίρανα είτε στην Αθήνα.
Ο Αναστάσιος υπήρξε μορφή που, ανεξαρτήτως ερμηνειών, λειτούργησε περισσότερο ως παράγοντας γεφύρωσης παρά αντιπαράθεσης. Η απουσία του καθιστά ακόμη πιο εμφανές πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες στα Βαλκάνια όταν απουσιάζουν προσωπικότητες με θεσμικό βάρος και διαμεσολαβητική ικανότητα.
Και αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικό στοιχείο του φετινού μνημοσύνου: η υπενθύμιση ότι στην περιοχή μας οι θεσμοί δεν είναι ποτέ αποκομμένοι από τη γεωπολιτική πραγματικότητα – και ότι η σταθερότητα δεν είναι αυτονόητη, αλλά αποτέλεσμα διαρκούς ισορροπίας.