Η ολομέλεια της ισραηλινής Κνεσέτ απέρριψε το βράδυ της Δευτέρας (29/6) νομοσχέδιο που προέβλεπε την απαγόρευση εισόδου εκπροσώπων της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού στις ισραηλινές φυλακές και στα κέντρα κράτησης όπου κρατούνται Παλαιστίνιοι.
Το νομοσχέδιο δεν πέρασε την πρώτη ανάγνωση, καθώς υπέρ τάχθηκαν 36 βουλευτές, ενώ 41 το καταψήφισαν. Καθοριστικό ρόλο στην απόρριψή του διαδραμάτισε η αποχή των υπερορθόδοξων κομμάτων από την ψηφοφορία, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσής τους με την κυβέρνηση για την προώθηση άλλων νομοθετικών πρωτοβουλιών που είχαν συμφωνηθεί εντός του κυβερνητικού συνασπισμού.
Η εξέλιξη έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ, το οποίο έκρινε παράνομη τη γενικευμένη απαγόρευση επισκέψεων της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού σε Παλαιστίνιους κρατούμενους, καθώς και την άρνηση παροχής πληροφοριών για την κατάστασή τους.
Η συγκεκριμένη πολιτική είχε τεθεί σε εφαρμογή μετά την 7η Οκτωβρίου 2023. Στην απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η συνολική απαγόρευση δεν δικαιολογείται νομικά, επισημαίνοντας ότι το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης, περί ύπαρξης Ισραηλινών ομήρων στη Γάζα, δεν επαρκεί για να θεμελιώσει μια τέτοια καθολική απαγόρευση.
Στόχος η παράκαμψη της δικαστικής απόφασης
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο προέβλεπε τροποποίηση του νόμου περί φυλακών, ώστε να απαγορεύεται η είσοδος εκπροσώπων του Ερυθρού Σταυρού τόσο στις φυλακές όσο και στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις κράτησης, καθώς και η παροχή πληροφοριών για κρατούμενους χωρίς προηγούμενη έγκριση του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας ή του υπουργού Άμυνας, για λόγους που θα σχετίζονταν με την εθνική ασφάλεια.
Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου αναφερόταν ότι στόχος ήταν η μείωση των «κινδύνων ασφαλείας» που, σύμφωνα με τους εισηγητές του, συνδέονται με την πρόσβαση εξωτερικών οργανισμών σε σωφρονιστικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων χώρων όπου κρατούνται πρόσωπα βάσει του νόμου περί «παράνομων μαχητών».
Εσωτερικές τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό
Ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, επέμεινε να τεθεί το νομοσχέδιο σε ψηφοφορία, παρά το αίτημα του υπερορθόδοξου κόμματος Shas να αναβληθεί η συζήτησή του έως ότου προηγηθεί η ψήφιση άλλου νομοσχεδίου που αφορά τη μελέτη της Τορά.
Το Shas ξεκαθάρισε ότι στηρίζει την απαγόρευση των επισκέψεων του Ερυθρού Σταυρού, ωστόσο κατηγόρησε τον Μπεν Γκβιρ ότι έδωσε προτεραιότητα σε πολιτικές σκοπιμότητες αντί της διατήρησης της συνοχής του κυβερνητικού συνασπισμού.
Αποχή από την ψηφοφορία ανακοίνωσε και το υπερορθόδοξο κόμμα Γιααντούτ Ατορά, διαμαρτυρόμενο για καθυστερήσεις στην προώθηση νομοθετικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης. Η στάση των δύο κομμάτων αποδείχθηκε καθοριστική για την καταψήφιση του νομοσχεδίου.
Η συνεδρίαση διεξήχθη σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα, με λεκτική αντιπαράθεση που λίγο έλειψε να εξελιχθεί σε συμπλοκή μεταξύ του επικεφαλής του κυβερνητικού συνασπισμού, Οφίρ Κατς, και του βουλευτή της αντιπολίτευσης Αϊμάν Οντέχ, πριν παρέμβουν οι φρουροί της Κνεσέτ.
Μετά την ψηφοφορία, ο Μπεν Γκβιρ επέκρινε όσους καταψήφισαν ή απείχαν, υποστηρίζοντας ότι οι Ισραηλινοί όμηροι στη Γάζα δεν είχαν πρόσβαση στον Ερυθρό Σταυρό και κατηγορώντας τους ότι επιλέγουν να προστατεύσουν «επικίνδυνους κρατούμενους».
Το νομοσχέδιο είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες υποστήριξαν ότι θα περιόριζε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διεθνούς εποπτείας των συνθηκών κράτησης Παλαιστινίων κρατουμένων, σε μια περίοδο κατά την οποία πληθαίνουν οι καταγγελίες για παραβιάσεις δικαιωμάτων και επιδείνωση των συνθηκών κράτησης μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα.