Στην εξάρθρωση μιας πολυπρόσωπης εγκληματικής οργάνωσης που λυμαινόταν τα ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια αγροτικών ενισχύσεων στην Κρήτη προχώρησε η Ελληνική Αστυνομία, μετά από ευρεία επιχείρηση της νεοσύστατης Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Η έρευνα οδήγησε στη σύλληψη 22 ατόμων, ενώ η συνολική δικογραφία περιλαμβάνει 116 εμπλεκόμενους.
Το παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης από το 2019 έως το 2024 αγγίζει τα 2,73 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι εγκεκριμένες επιχορηγήσεις για το 2025 που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα.
Οι αρχές έχουν ήδη ενεργοποιήσει τις διαδικασίες δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, «παγώνοντας» τραπεζικούς λογαριασμούς 18 συλληφθέντων, στους οποίους εντοπίστηκαν ποσά που ξεπερνούν τις 355.000 ευρώ.
Ο εγκέφαλος της απάτης και ο ρόλος των Κέντρων Υποδοχής
Σύμφωνα με το πόρισμα της ΕΛΑΣ, τα ηνία της οργάνωσης κρατούσαν δύο λογιστές, οι οποίοι διέθεταν βαθιά γνώση του συστήματος υποβολής αιτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ και εντόπιζαν τα τρωτά του σημεία.
Οι δύο εγκέφαλοι είχαν αναλάβει τον κεντρικό συντονισμό, καθορίζοντας τη δομή και στρατολογώντας τα υπόλοιπα μέλη. Κομβική σημασία για τη λειτουργία του κυκλώματος είχαν έξι Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ) σε όλο το νησί, οι εκπρόσωποι των οποίων εκμεταλλεύονταν την πρόσβαση στο χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Με τον τρόπο αυτό, εντόπιζαν επιλέξιμες αγροτικές εκτάσεις που δεν είχαν δηλωθεί από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους, ανοίγοντας τον δρόμο για την παράνομη εκμετάλλευσή τους. Ανάμεσα στους βασικούς κατηγορούμενους και υπεύθυνους των ΚΥΔ βρίσκεται και εν ενεργεία αντιδήμαρχος περιοχής της Κρήτης.
Η πυραμίδα των ρόλων: Εκμισθωτές, μισθωτές και αχυράνθρωποι
Η κομπίνα λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, με τα μέλη να είναι χωρισμένα σε συγκεκριμένες βαθμίδες. Μια ομάδα 17 ατόμων λειτουργούσε ως εικονικοί εκμισθωτές, παραχωρώντας τους προσωπικούς τους κωδικούς ώστε να εμφανίζονται στα χαρτιά ως ιδιοκτήτες γης που δεν κατείχαν. Στη συνέχεια, η μεγαλύτερη ομάδα της οργάνωσης, αποτελούμενη από 71 άτομα, αναλάμβανε τον ρόλο του μισθωτή-λήπτη.
Αυτοί εμφάνιζαν ψευδή μισθωτήρια συμβόλαια και υπέβαλλαν ανακριβείς δηλώσεις, εισπράττοντας αχρεωστήτως τις επιδοτήσεις, τις οποίες στη συνέχεια επέστρεφαν στην οργάνωση για να χρηματοδοτηθεί η περαιτέρω δράση της. Τα υπόλοιπα μέλη παρείχαν βοηθητικές υπηρεσίες, αναλαμβάνοντας τη διακίνηση, τη διαχείριση των εγγράφων και την απόκρυψη των ιχνών του μαύρου χρήματος.
Τα ευρήματα των ερευνών και οι κατηγορίες
Η αντίστροφη μέτρηση για το κύκλωμα ξεκίνησε μετά από εισαγγελική εντολή για έλεγχο στις βάσεις δεδομένων του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ακολούθησαν αιφνιδιαστικές έρευνες σε σπίτια, λογιστικά γραφεία και έδρες των ΚΥΔ, όπου οι αρχές εντόπισαν και κατέσχεσαν πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων, όπως ψηφιακά αρχεία, μισθωτήρια, τίτλους ιδιοκτησίας, καθώς και ιδιόχειρες σημειώσεις με πελατολόγια.
Πέρα από τα έγγραφα, οι αστυνομικοί κατέσχεσαν πέντε πολυτελή αυτοκίνητα, τα οποία θεωρούνται προϊόντα ξεπλύματος μαύρου χρήματος, 110 ενώτια αιγοπροβάτων και βοοειδών, ένα περίστροφο με 50 φυσίγγια, καθώς και το χρηματικό ποσό των 12.870 ευρώ σε μετρητά.
Σε βάρος των εμπλεκόμενων σχηματίστηκε βαρύτατη δικογραφία, η οποία περιλαμβάνει τις κατηγορίες της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, της απάτης σχετικής με τις επιχορηγήσεις, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.