Οι Ιρανοί πολίτες λαμβάνουν μόλις επτά δολάρια τον μήνα από το κράτος, σε μια περίοδο κατάρρευσης του νομίσματος, εκτόξευσης του πληθωρισμού και συνεχών διαδηλώσεων που διαρκούν ήδη δύο εβδομάδες. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο κόστος ενός κιλού κόκκινου κρέατος, σε μια χώρα όπου το ελάχιστο μηνιαίο κόστος διαβίωσης υπερβαίνει τα 200 δολάρια.
Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν από το Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, έχουν επεκταθεί σε πάνω από 100 πόλεις, με τη νύχτα της Πέμπτης να καταγράφεται ως η πιο έντονη έως τώρα, με μαζική συμμετοχή, εμπρησμούς κτιρίων και διακοπές στην πρόσβαση στο διαδίκτυο από τις αρχές. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, με καθυστέρηση, αναγνώρισαν τις εκτεταμένες ταραχές, αποδίδοντάς τες σε «τρομοκρατικά στοιχεία» που, σύμφωνα με την επίσημη γραμμή, συνδέονται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Σύντομα στις διαμαρτυρίες προστέθηκαν φοιτητές, εργαζόμενοι και ομάδες που είχαν συμμετάσχει και στο κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί. Τα αιτήματα πλέον δεν περιορίζονται στην ακρίβεια, αλλά στρέφονται ευθέως κατά της πολιτικής ηγεσίας.
Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται η οικονομία: το ριάλ έχει υποχωρήσει περίπου στα 1,47 εκατ. ανά δολάριο, χάνοντας σχεδόν τη μισή του αξία μέσα σε έναν χρόνο, ενώ ο πληθωρισμός κινείται στο 42% και στα τρόφιμα ξεπερνά το 70%. Το ΑΕΠ συρρικνώνεται, οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι και η αβεβαιότητα πλήττει κάθε μορφή οικονομικού προγραμματισμού.
Η κυβέρνηση του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν προωθεί αλλαγές στο σύστημα επιδοτήσεων, καταργώντας το προνομιακό συνάλλαγμα για βασικές εισαγωγές — που θεωρείται εστία διαφθοράς — και αντικαθιστώντας το με άμεσες χρηματικές ενισχύσεις προς τους πολίτες. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι το μέτρο αντανακλά και την αδυναμία του κράτους να απορροφήσει νέες αυξήσεις 20%–30% στις τιμές βασικών αγαθών.
Η κοινωνική αγανάκτηση εντείνεται από τη σύγκριση με τις δαπάνες της Τεχεράνης στο εξωτερικό. Εκτιμήσεις αμερικανικών αρχών κάνουν λόγο για σημαντική οικονομική στήριξη προς τη Χεζμπολάχ μέσα στο 2025, γεγονός που τροφοδοτεί συνθήματα όπως «Ούτε Γάζα ούτε Λίβανος — η ζωή μου για το Ιράν», τα οποία ακούγονται συχνά στις διαδηλώσεις.
Οι αρχές απαντούν με συνδυασμό καθησυχαστικής ρητορικής και σκληρής καταστολής. Αναφορές κάνουν λόγο για τουλάχιστον 40 νεκρούς, μαζικές συλλήψεις και επιχειρήσεις ακόμη και σε νοσοκομεία για τον εντοπισμό τραυματισμένων διαδηλωτών. Οι Φρουροί της Επανάστασης και οι παραστρατιωτικοί Μπασίτζ παραμένουν ο βασικός πυλώνας επιβολής της τάξης.
Παρά τους αυστηρούς περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο και τη διακοπή των διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων, χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους και παρέμειναν εκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής. Οι διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν έπειτα από κάλεσμα του εξόριστου διαδόχου του ιρανικού θρόνου, Ρεζά Παχλαβί, για μαζικές κινητοποιήσεις.
Παράλληλα, αυξάνονται οι διεθνείς πιέσεις, με τον Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ είναι «έτοιμες να δράσουν» αν συνεχιστεί η βίαιη καταστολή. Η Τεχεράνη αξιοποιεί τέτοιες δηλώσεις για να ενισχύσει το αφήγημα περί ξένης υποκίνησης, ενώ για πολλούς διαδηλωτές αποτελούν ένδειξη ότι το καθεστώς δεν είναι πλέον απρόσβλητο.
Αν και το ιρανικό σύστημα έχει επιβιώσει και στο παρελθόν από σοβαρές κρίσεις, αναλυτές σημειώνουν ότι σήμερα η οικονομική κατάρρευση δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις κυρώσεις, αλλά και στη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την προτεραιότητα της ιδεολογίας έναντι της καθημερινής ζωής.