Η πρόσφατη άσκηση ποινικών διώξεων από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης κατά του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και στενών συνεργατών του, με κατηγορίες για μετατροπή του κράτους σε κόμβο οργανωμένου εγκλήματος και συνεργασία με τις FARC για διακίνηση κοκαΐνης προς τις ΗΠΑ, αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τον ρόλο της Ουάσιγκτον στη Λατινική Αμερική και τα όρια της κρατικής κυριαρχίας. Η ανακοίνωση χρηματικής αμοιβής για τη σύλληψή του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις αντιδράσεις.
Η υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο φόβους περί επιστροφής σε μια λογική «Δόγματος Μονρόε», την ώρα που Κίνα και Ρωσία ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την πολιτική επιρροή, αλλά και τον έλεγχο κρίσιμων οικονομικών και ενεργειακών ροών, καθώς τα κράτη της ηπείρου καλούνται να επιλέξουν μεταξύ στενότερης σύμπλευσης με τις ΗΠΑ ή ενίσχυσης δεσμών με μη δυτικές δυνάμεις.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι πρόκειται για νόμιμη άσκηση δικαιοδοσίας απέναντι σε διακρατικό έγκλημα που επηρεάζει άμεσα την αμερικανική επικράτεια. Αντίθετα, η κυβέρνηση Μαδούρο και οι υποστηρικτές της κάνουν λόγο για πολιτική σύγκρουση μεταμφιεσμένη σε νομική διαδικασία. Νομικοί και αναλυτές διεθνών σχέσεων επισημαίνουν ότι η υπόθεση θολώνει τα όρια μεταξύ ποινικού δικαίου και εξωτερικής πολιτικής.
Σε αντίθεση με περιπτώσεις διεθνών ενταλμάτων από πολυμερείς θεσμούς, όπως εκείνο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατά του Ομάρ αλ-Μπασίρ, εδώ πρόκειται για εθνικό δικαστήριο που διεκδικεί αρμοδιότητα απέναντι σε εν ενεργεία αρχηγό ξένου κράτους. Η νομική βάση στηρίζεται στην κατηγορία της «ναρκοτρομοκρατίας», ωστόσο οι πολιτικές προεκτάσεις είναι σαφείς και ευρύτερες.
Οι διώξεις εντάσσονται σε μια μακρά αλυσίδα αμερικανικών μέτρων: κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση, αναγνώριση της αντιπολίτευσης και ανοιχτές αναφορές σε ανάγκη αλλαγής καθεστώτος. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί βλέπουν τη χρήση της Δικαιοσύνης ως εργαλείο πίεσης — μια μορφή «lawfare», όπου οι νομικές διαδικασίες υπηρετούν στρατηγικούς στόχους.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με επικριτές της πολιτικής αυτής, είναι η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στο διεθνές δίκαιο ως ουδέτερο πλαίσιο κανόνων. Ρωσία και Κίνα, που διατηρούν σχέσεις με το Καράκας, ερμηνεύουν τη δίωξη ως ακόμη μία ένδειξη ότι οι ΗΠΑ εφαρμόζουν επιλεκτικά τους κανόνες, υπερασπιζόμενες πρωτίστως τη δική τους ισχύ. Έτσι, η στήριξη προς τη Βενεζουέλα αποκτά και συμβολικό χαρακτήρα: υπεράσπιση της αρχής ότι η τύχη ηγετών δεν πρέπει να κρίνεται μονομερώς.
Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις για τον πληθυσμό της Βενεζουέλας παραμένουν βαριές. Οι κυρώσεις επιδείνωσαν την οικονομική κρίση, η διπλωματική απομόνωση περιόρισε τα περιθώρια διαλόγου και η πολιτική πόλωση σκλήρυνε τις θέσεις και των δύο πλευρών. Οι πολίτες, περισσότερο από τις πολιτικές ελίτ, επωμίστηκαν το κόστος.
Η υπόθεση Μαδούρο αναδεικνύει ένα βαθύτερο κενό στο παγκόσμιο σύστημα απονομής δικαιοσύνης: την απουσία ισχυρών, καθολικά αποδεκτών θεσμών με δυνατότητα να λογοδοτούν ακόμη και εν ενεργεία ηγέτες. Όσο αυτό το κενό παραμένει, οι ισχυρές χώρες θα τείνουν να χρησιμοποιούν τα δικά τους νομικά εργαλεία, με κίνδυνο το δίκαιο να μετατραπεί σε ακόμη ένα πεδίο ανταγωνισμού ισχύος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δίωξη του προέδρου της Βενεζουέλας δεν αποτελεί μόνο εθνική υπόθεση, αλλά προμήνυμα ενός κόσμου όπου η κυριαρχία γίνεται διαπραγματεύσιμη, οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά και το διεθνές δίκαιο κινδυνεύει να χάσει τον ρόλο του ως κοινό σημείο αναφοράς.