Σχεδόν έναν χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα υπηρετεί πρωτίστως τα αμερικανικά συμφέροντα. Η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ασφάλειας, δίνοντας έμφαση στη συνοχή της αμερικανικής κοινωνίας, στη σταθερότητα του δυτικού ημισφαιρίου και στην οικονομική ανθεκτικότητα, αντί στη διατήρηση της παγκόσμιας φιλελεύθερης πρωτοκαθεδρίας.
Σε Ευρώπη και κυρίως στην Ασία διαφαίνονται σημάδια μιας πιο πραγματιστικής, περιορισμένης στρατηγικής, με μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων και στη διαχείριση ανταγωνισμών. Η προσέγγιση Τραμπ προς τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, με συχνές επαφές και διαπραγματευτικό χαρακτήρα, δείχνει πρόθεση αποφυγής γενικευμένης σύγκρουσης και επιστροφή σε πιο κλασικές πρακτικές ισορροπίας ισχύος. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον επανέρχεται στη στρατηγική «ασάφεια» για την Ταϊβάν, περιορίζοντας τις ρητές δεσμεύσεις στρατιωτικής επέμβασης.
Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή και στη Λατινική Αμερική οι παλιές παρεμβατικές λογικές παραμένουν ισχυρές. Παρά τις αρχικές εξαγγελίες για λιγότερη ιδεολογική εμπλοκή και περισσότερη οικονομική συνεργασία, η ένταση με το Ιράν κλιμακώθηκε, ενώ οι αμερικανικές επιδρομές σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις έκλεισαν, σύμφωνα με αναλυτές, το παράθυρο διπλωματικής αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, στη Γάζα, η αμερικανική διπλωματία συνέβαλε σε προσωρινή εκεχειρία και στην απελευθέρωση ομήρων, δείχνοντας ότι η διαπραγμάτευση μπορεί να αποδώσει εκεί όπου η στρατιωτική πίεση απέτυχε.
Στην Ευρώπη, η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει για ταχύτερη μετατόπιση της ευθύνης ασφάλειας στους Ευρωπαίους συμμάχους. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών από χώρες του ΝΑΤΟ και οι νέες πρωτοβουλίες της Ε.Ε. για επανεξοπλισμό αντανακλούν αυτή τη μετατόπιση. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον ενθαρρύνει μια διαπραγματευτική λύση στην Ουκρανία, αναγνωρίζοντας ότι μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη είναι απίθανη και ότι η δυτική στήριξη φθίνει.
Το μεγαλύτερο παράδοξο της πολιτικής «America First» καταγράφεται στη Λατινική Αμερική. Η επιχείρηση κατά του Νικολάς Μαδούρο και η αμερικανική εμπλοκή στη Βενεζουέλα παρουσιάστηκαν ως μέρος μιας στρατηγικής σταθεροποίησης του δυτικού ημισφαιρίου. Ωστόσο, οι δηλώσεις Τραμπ περί μακρόχρονης αμερικανικής παρουσίας και ακόμη και αποστολής χερσαίων δυνάμεων προκάλεσαν ανησυχία τόσο στο Κογκρέσο όσο και στους συμμάχους, ενώ η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ εμφανίζεται ξεκάθαρα αντίθετη σε στρατιωτική εμπλοκή.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών ανησυχεί για το ενδεχόμενο βαθύτερης ανάμειξης στη Βενεζουέλα, ενώ οι απειλές για ενέργειες και σε άλλες χώρες της περιοχής, αλλά και για ζητήματα όπως η Γροιλανδία, ενισχύουν την εικόνα μιας εξωτερικής πολιτικής με απρόβλεπτες εξάρσεις.
Στο εσωτερικό, η εφαρμογή μιας πιο συγκρατημένης στρατηγικής συναντά εμπόδια: ο ίδιος ο Τραμπ λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο παρά με συνεκτικό ιδεολογικό σχέδιο, η γραφειοκρατία κινείται συχνά με διαφορετικές προτεραιότητες, ενώ το Κογκρέσο περιορίζει τη δυνατότητα αποχώρησης δυνάμεων από κρίσιμες περιοχές, όπως η Ευρώπη. Παράλληλα, μεγάλα μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε απομάκρυνση από το μεταψυχροπολεμικό δόγμα της αμερικανικής ηγεμονίας.
Καθώς η οικονομία παραμένει βασική ανησυχία για τους ψηφοφόρους, η πίεση για εστίαση στα εσωτερικά ζητήματα αυξάνεται. Αναλυτές εκτιμούν ότι για να αποκτήσει συνοχή το δόγμα «America First», η κυβέρνηση θα πρέπει να μετατρέψει τις γενικές διακηρύξεις σε σταθερή πολιτική γραμμή, να πείσει το Κογκρέσο και την κοινή γνώμη και να αποφύγει κινήσεις που θυμίζουν τις αποτυχημένες επεμβάσεις του παρελθόντος.
Το ερώτημα, όπως τίθεται και στη νέα στρατηγική, παραμένει: τι ακριβώς θέλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και πώς σκοπεύουν να το πετύχουν χωρίς να εγκλωβιστούν ξανά σε μακροχρόνιες συγκρούσεις. Μέχρι στιγμής, η απάντηση μοιάζει να δίνεται με αντιφατικά βήματα — άλλοτε προς τη συγκράτηση και άλλοτε προς την επιστροφή σε γνώριμα, παρεμβατικά μονοπάτια.