Το «0,00» που εμφανίζεται σε ορισμένες πλατφόρμες μετατροπής νομισμάτων δίπλα στο ιρανικό ριάλ δεν σηματοδοτεί μια τυπική κατάργηση ή επίσημη υποτίμηση. Αντανακλά τα όρια ενός συστήματος που αδυνατεί να αποτυπώσει το μέγεθος της κατάρρευσης. Και κυρίως, συμβολίζει την απώλεια εμπιστοσύνης.
Στο Ιράν, το εθνικό νόμισμα λειτουργεί ως δείκτης πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας. Όταν στην παράλληλη αγορά η ισοτιμία φτάνει το 1 έως 1,5 εκατομμύριο ριάλ ανά δολάριο, η καθημερινή οικονομική ζωή αποσυντίθεται. Οι επιχειρήσεις αδυνατούν να κοστολογήσουν, οι εισαγωγές μετατρέπονται σε ρίσκο και οι αποταμιεύσεις χάνουν την αξία τους. Οι πολίτες σπεύδουν να αγοράσουν αγαθά όχι από ανάγκη, αλλά από φόβο για ακόμη μεγαλύτερες ανατιμήσεις.
Η έκρηξη των κινητοποιήσεων δεν άργησε. Έμποροι και μικρομεσαίοι, κυρίως στα εμπορικά κέντρα της Τεχεράνης, βγήκαν πρώτοι στους δρόμους. Όταν ο μηχανισμός των τιμών καταρρέει, το αίτημα δεν περιορίζεται στη βελτίωση της οικονομικής πολιτικής, αλλά μετατρέπεται σε απαίτηση λογοδοσίας.
Η διολίσθηση του ριάλ είναι αποτέλεσμα ενός αυτοτροφοδοτούμενου φαύλου κύκλου: η αποδυνάμωση του νομίσματος ακριβαίνει τις εισαγωγές, ενισχύει τον πληθωρισμό, μειώνει την αγοραστική δύναμη και ωθεί πολίτες και επιχειρήσεις στη φυγή προς δολάρια, χρυσό ή ακίνητα. Οι τιμές παύουν να ακολουθούν λογική πορεία και αλλάζουν ακόμη και μέσα στην ίδια ημέρα, καλλιεργώντας την αίσθηση ότι δεν υπάρχει «πάτος».
Οι διεθνείς κυρώσεις επιβαρύνουν την κατάσταση, περιορίζοντας τη ροή κεφαλαίων και τη δυνατότητα άμυνας της οικονομίας. Ωστόσο, από μόνες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν το μέγεθος της κρίσης. Καθοριστικό ρόλο παίζει ένα τραπεζικό σύστημα που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και λειτουργεί επί χρόνια ως εργαλείο πολιτικών και οικονομικών εξυπηρετήσεων.
Η κατάρρευση της Ayandeh Bank, με ζημιές δισεκατομμυρίων και στενές διασυνδέσεις με το καθεστώς, αποκάλυψε τις παθογένειες: υψηλά επιτόκια για την προσέλκυση καταθέσεων, δάνεια σε «ημετέρους» και επενδύσεις βιτρίνας, όπως το γιγαντιαίο Iran Mall. Όταν η τράπεζα κατέρρευσε, το κράτος επενέβη όχι για να αποδώσει ευθύνες, αλλά για να μεταφέρει το κόστος στην κοινωνία μέσω πληθωρισμού και νέας αποδυνάμωσης του νομίσματος.
Οι πολλαπλές ισοτιμίες του δολαρίου επιτείνουν τις ανισότητες, δημιουργώντας θεσμοθετημένα περιθώρια κέρδους για όσους έχουν πρόσβαση στην «προνομιακή» τιμή. Δεν είναι μόνο η φτώχεια που εξοργίζει, αλλά η ορατή εξαίρεση ορισμένων από αυτήν.
Στο φόντο αυτής της κρίσης, οι αποκαλύψεις για την οικονομική αυτοκρατορία που ελέγχεται γύρω από τον Αλί Χαμενεΐ ενισχύουν την αίσθηση ενός παράλληλου συστήματος πλούτου και ασυλίας. Σε μια νομισματική κατάρρευση, τέτοιες δομές λειτουργούν ως δίχτυ ασφαλείας για την κορυφή, την ώρα που η κοινωνία βυθίζεται.
Ένα νόμισμα δεν «πεθαίνει» όταν υποτιμάται, αλλά όταν κανείς δεν θέλει να το κρατήσει. Και ένα καθεστώς δεν καταρρέει μόνο από διαδηλώσεις, αλλά όταν χάνει την ικανότητα να εγγυηθεί στοιχειώδη σταθερότητα. Στο Ιράν, το ριάλ έχει ήδη μετατραπεί σε σύμβολο αυτής της απώλειας. Το ερώτημα είναι αν μαζί του αρχίζει να «μηδενίζει» και η εμπιστοσύνη στο ίδιο το σύστημα εξουσίας.
Με πληροφορίες από naftemporiki.gr