Ιράν: Από το χάος της εξέγερσης στη σιωπή μετά την αιματηρή καταστολή

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 16/01/26 - 16:45

Οι εικόνες που έφτασαν τις προηγούμενες ημέρες από το Ιράν παρέπεμπαν σε χώρα εκτός ελέγχου: τεράστια πλήθη στους δρόμους, πυροβολισμοί να ακούγονται τη νύχτα και σάκοι με σορούς έξω από νεκροτομεία. Η ένταση της αναταραχής οδήγησε πολλούς αντιπάλους της Ισλαμικής Δημοκρατίας να πιστέψουν ότι το καθεστώς βρισκόταν στα πρόθυρα κατάρρευσης και ότι ο ανώτατος ηγέτης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, εξετάζει ακόμη και σενάριο διαφυγής, κατά το πρότυπο του Μπασάρ αλ Άσαντ.

Λίγες ημέρες αργότερα, ωστόσο, η εικόνα δείχνει να αλλάζει. Ιρανοί πολίτες που κατάφεραν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο μέσω διακεκομμένων τηλεφωνικών γραμμών και παράνομων δορυφορικών συνδέσεων, αλλά και διεθνείς παρατηρητές, αναφέρουν ότι οι διαδηλώσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει.

Με το διαδίκτυο αυστηρά περιορισμένο και την παραπληροφόρηση να κυριαρχεί, η πλήρης αποτύπωση των γεγονότων σε μια χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, από μαρτυρίες ακτιβιστών, τηλεφωνικές συνομιλίες και στοιχεία οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σχηματίζεται μια ιδιαίτερα σκοτεινή εικόνα.

Περιγράφεται μια οξεία εσωτερική σύγκρουση, με διαδηλωτές, οργανωμένες ένοπλες ομάδες και δυνάμεις ασφαλείας να συγκρούονται για τον έλεγχο των δρόμων. Οι ίδιες πηγές κάνουν λόγο για μια βίαιη και εκτεταμένη καταστολή, χωρίς προηγούμενο για την Ισλαμική Δημοκρατία, την οποία ορισμένοι παρομοιάζουν με μια «Τιεν Αν Μεν» σε ιρανική εκδοχή.

Ταυτόχρονα, στις μαρτυρίες αποτυπώνεται ένα εύθραυστο κλίμα προσμονής, με αρκετούς διαδηλωτές να ελπίζουν ότι οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ θα προχωρήσουν σε κάποιας μορφής παρέμβαση. «Όλοι περίμεναν ότι κάτι θα συμβεί από έξω», ανέφερε χαρακτηριστικά κάτοικος της Τεχεράνης.

Οι κινητοποιήσεις είχαν ως αφετηρία την οικονομική ασφυξία. Ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου, όταν έμποροι στο κέντρο της Τεχεράνης έκλεισαν τα καταστήματά τους, εξοργισμένοι από την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος και τον καλπάζοντα πληθωρισμό. Πολύ γρήγορα, όμως, το κίνημα απέκτησε καθαρά αντικαθεστωτικά χαρακτηριστικά, με συνθήματα όπως «θάνατος στον Χαμενεΐ» και «θάνατος στον δικτάτορα» να ακούγονται σε πόλεις σε όλη τη χώρα.

Αρχικά, η αντίδραση των αρχών εμφανίστηκε συγκρατημένη, με προσπάθειες εκτόνωσης της κοινωνικής πίεσης. Όπως ανέφερε πανεπιστημιακός μέσω σύνδεσης Starlink, τις πρώτες ημέρες οι διαδηλώσεις μεγάλωναν χωρίς έντονο φόβο. Όταν όμως τα πανεπιστήμια ανέστειλαν τη λειτουργία τους και οι φοιτητές βγήκαν μαζικά στους δρόμους, η κατάσταση κλιμακώθηκε.

Το σημείο καμπής ήρθε το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου, όταν, μετά από κάλεσμα του εξόριστου Ρεζά Παχλαβί, χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν τους δρόμους. Τότε το καθεστώς διέκοψε το διαδίκτυο και τις διεθνείς επικοινωνίες και, σύμφωνα με μαρτυρίες και βίντεο, ξεκίνησε η γενικευμένη καταστολή.

Η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας πυροβολούσαν άοπλους διαδηλωτές με πραγματικά πυρά, χρησιμοποιώντας ακόμη και κτίρια κατοικιών ή τζαμιά ως σημεία βολής. Μαρτυρίες πολιτών κάνουν λόγο για νυχτερινούς πυροβολισμούς, ουρλιαχτά και έναν διάχυτο φόβο που ανάγκασε οικογένειες να κλειστούν στα σπίτια τους.

Παράλληλα, πρώην αξιωματούχοι και μάρτυρες αναφέρουν συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων και δυνάμεων ασφαλείας, με οργανωμένους πυρήνες να κινούνται μέσα στα πλήθη. Ορισμένοι διαδηλωτές περιέγραψαν ομάδες ανδρών ντυμένων στα μαύρα, «σαν κομάντος», που δρούσαν συντονισμένα, προκαλώντας ερωτήματα για το ποιος βρισκόταν πίσω τους.

Το καθεστώς απέδωσε εξαρχής τις ταραχές σε ξένη υποκίνηση, μιλώντας για σχέδιο οργανωμένο από εχθρικές δυνάμεις και «προδότες» που χρηματοδοτούνται από το Ισραήλ. Οι δημόσιες δηλώσεις στήριξης από Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους, καθώς και η ανοιχτή παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κάλεσε τους διαδηλωτές να συνεχίσουν υποσχόμενος ότι «η βοήθεια έρχεται», ενίσχυσαν αυτό το αφήγημα.

Αναλυτές σημειώνουν ότι η ιρανική ηγεσία, με εμπειρία δεκαετιών στη διαχείριση εξεγέρσεων, εφαρμόζει μια μεθοδική στρατηγική περικύκλωσης και εξουθένωσης των κινημάτων, παρουσιάζοντάς τα ως βίαιες ταραχές και όχι ως κοινωνική εξέγερση.

Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, πάντως, η έκταση της καταστολής δεν μπορούσε πλέον να αποκρυφτεί. Κρατικά μέσα μετέδωσαν εικόνες με σειρές σορών σε νεκροτομεία, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέγραψαν εκατοντάδες σάκους με πτώματα. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νεκρών κυμαίνονται από μερικές εκατοντάδες έως αρκετές χιλιάδες, χωρίς δυνατότητα ανεξάρτητης επιβεβαίωσης.

Ιρανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται και εκατοντάδες μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, κάνοντας λόγο για πράξεις ακραίας βίας. Η ατμόσφαιρα στην Τεχεράνη περιγράφεται πλέον ως «νεκρή και αποπνικτική», με τους πολίτες να αναζητούν αγνοούμενους συγγενείς ή να φροντίζουν τραυματίες.

Παρότι οι δρόμοι έχουν σιωπήσει και οι διπλωματικές κινήσεις έχουν πάρει τη θέση των μαζικών κινητοποιήσεων, οι βαθύτερες αιτίες της οργής παραμένουν. Οι κυρώσεις, η διαφθορά και το κόστος των περιφερειακών συγκρούσεων συνεχίζουν να πιέζουν την ιρανική κοινωνία. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, οι διαμαρτυρίες μπορεί να έχουν καταλαγιάσει προσωρινά, αλλά θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα επιστρέψουν — άγνωστο πότε και με ποια αφορμή.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ