Η εκτεταμένη και αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν φαίνεται να έχει οδηγήσει σε προσωρινή υποχώρηση των κινητοποιήσεων, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ίδια ώρα, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν νέες συλλήψεις, σε ένα κλίμα έντονης αβεβαιότητας που συνοδεύεται από επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για ενδεχόμενη επέμβαση.
Το ενδεχόμενο άμεσου αμερικανικού πλήγματος εμφανίζεται να έχει περιοριστεί από τα μέσα της εβδομάδας, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι είχε ενημερωθεί για μείωση των θανάτων κατά τη διάρκεια των ταραχών. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον φέρεται να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κρίση παραμένει ανοιχτή και το γεωπολιτικό ρίσκο υψηλό.
Παράλληλα, χώρες-σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, έχουν κινητοποιηθεί διπλωματικά, προειδοποιώντας την αμερικανική πλευρά ότι μια στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει συνολικά τη Μέση Ανατολή και, τελικά, να πλήξει και τα ίδια τα αμερικανικά συμφέροντα. Σύμφωνα με αξιωματούχο της περιοχής, οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ως στόχο την αποτροπή ενός άμεσου στρατιωτικού πλήγματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο επικεφαλής των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, Ντέιβιντ Μπαρνέα, βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για διαβουλεύσεις σχετικά με το Ιράν, ενώ Ισραηλινός στρατιωτικός αξιωματούχος δήλωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας βρίσκονται σε κατάσταση μέγιστης επιχειρησιακής ετοιμότητας. Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος διαμήνυσε ότι η Τεχεράνη θα αντιμετωπίσει «σοβαρές συνέπειες» εάν συνεχιστεί η αιματοχυσία, τονίζοντας ότι «όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι».
Οι διαδηλώσεις είχαν ξεκινήσει στις 28 Δεκεμβρίου, με αφορμή την εκτίναξη του πληθωρισμού σε μια οικονομία που δοκιμάζεται έντονα από τις διεθνείς κυρώσεις, και εξελίχθηκαν γρήγορα σε μία από τις σοβαρότερες απειλές για το θεοκρατικό καθεστώς από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Με τη σταδιακή αποκατάσταση της πρόσβασης στο Διαδίκτυο, περισσότερες μαρτυρίες για τη βία έρχονται στο φως.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία γυναίκας από την Τεχεράνη, η οποία ανέφερε στο Reuters ότι η 15χρονη κόρη της σκοτώθηκε αφού συμμετείχε σε διαδήλωση κοντά στο σπίτι τους, υποστηρίζοντας ότι μέλη της παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής Μπασίτζ την καταδίωξαν καθώς προσπαθούσε να επιστρέψει στο σπίτι. Τέτοιες καταγγελίες ενισχύουν την εικόνα εκτεταμένης και στοχευμένης καταστολής.
Παρότι η κατάσταση στην πρωτεύουσα εμφανίζεται πιο ήρεμη από την Κυριακή, με κατοίκους να αναφέρουν απουσία μαζικών συγκεντρώσεων και παρουσία drones πάνω από την πόλη, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τονίζουν ότι το περιβάλλον ασφαλείας παραμένει εξαιρετικά ασφυκτικό. Η κουρδική οργάνωση Hengaw αναφέρει ότι δεν έχουν καταγραφεί μεγάλες διαδηλώσεις τις τελευταίες ημέρες, αλλά σημειώνει έντονη στρατιωτική και αστυνομική παρουσία ακόμη και σε περιοχές που δεν είχαν προηγουμένως γνωρίσει κινητοποιήσεις.
Παρά την ύφεση, σποραδικά επεισόδια συνεχίζουν να καταγράφονται. Η Hengaw έκανε λόγο για θάνατο νοσηλεύτριας από απευθείας πυρά κυβερνητικών δυνάμεων στην Καράτζ, δυτικά της Τεχεράνης. Από την άλλη πλευρά, το πρακτορείο Tasnim μετέδωσε ότι διαδηλωτές πυρπόλησαν δημόσιο κτίριο στην επαρχία Φαλαβαρτζάν, στο κεντρικό Ισφαχάν, ενώ κάτοικοι σε κουρδικές περιοχές στα βορειοδυτικά της χώρας αναφέρουν περιοδικές αλλά μικρότερης έντασης κινητοποιήσεις.
Βίντεο που κυκλοφόρησαν στο Διαδίκτυο και ταυτοποιήθηκαν από το Reuters ως προερχόμενα από ιατροδικαστικό κέντρο στην Τεχεράνη απεικονίζουν δεκάδες σορούς σε φορεία και στο δάπεδο, αν και δεν ήταν δυνατό να επιβεβαιωθεί ο χρόνος λήψης τους. Αντίθετα, η κρατική τηλεόραση Press TV, επικαλούμενη την αστυνομία, υποστηρίζει ότι η τάξη έχει αποκατασταθεί σε ολόκληρη τη χώρα.
Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων και των συλλήψεων διαφέρουν δραματικά. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η HRANA, ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών σε περίπου 2.700, στην πλειονότητά τους διαδηλωτές, ενώ Ιρανοί αξιωματούχοι μιλούν για περίπου 2.000 νεκρούς. Για τις συλλήψεις, η HRANA αναφέρει περισσότερους από 19.000 κρατούμενους, την ώρα που το Tasnim κάνει λόγο για περίπου 3.000.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επικοινώνησε τόσο με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου όσο και με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, δηλώνοντας ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή. Από την πλευρά του, ο Ιρανός πρόεδρος κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι υποκινούν την αναταραχή, θέση που επαναλαμβάνουν συστηματικά οι ιρανικές αρχές, αποδίδοντας τις διαδηλώσεις σε «ξένους εχθρούς» και «τρομοκρατικά στοιχεία».
Τέλος, ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου σάχη και προβεβλημένη μορφή της αντιπολίτευσης στο εξωτερικό, κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να εντείνει την πίεση προς την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι μεγάλα τμήματα του στρατού και των δυνάμεων ασφαλείας του έχουν εκφράσει υπόγεια στήριξη προς το πρόσωπό του. Σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον δήλωσε ότι προτίθεται να επιστρέψει στο Ιράν, χωρίς να προσδιορίσει πότε, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να εγγυηθεί μια ομαλή μετάβαση εξουσίας — ισχυρισμός που παραμένει δύσκολο να επιβεβαιωθεί, δεδομένων των περιορισμών στην ενημέρωση και της διακοπής των επικοινωνιών στο εσωτερικό της χώρας.