Υπάρχουν πολιτικές αποτυχίες που δεν αποτυπώνονται σε εκλογικά ποσοστά ή διπλωματικά τραπέζια, αλλά γίνονται ορατές μέσα από τις κοινωνικές συμπεριφορές και τα στατιστικά δεδομένα. Σχεδόν 25 χρόνια μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διαπιστώνει ότι δύο από τους πιο σταθερούς στόχους της πολιτικής του –η ενίσχυση των γεννήσεων και ο περιορισμός του καπνίσματος– δεν ευθυγραμμίστηκαν τελικά με τις επιλογές της τουρκικής κοινωνίας.
Η προώθηση της πολυτεκνίας, συχνά ντυμένη με θρησκευτικά και εθνικά επιχειρήματα, αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ρητορικής του Τούρκου προέδρου. Η ανακήρυξη του 2025 σε «Έτος της Οικογένειας» είχε στόχο να δώσει νέα ώθηση στη δημογραφική πολιτική. Ωστόσο, ακόμη και κύκλοι κοντά στην προεδρία παραδέχονται πλέον ότι η κοινωνική πραγματικότητα κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση.
Τα επίσημα στοιχεία της Τουρκικής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν καθαρά τη μεταβολή: το 2002, όταν το AKP ανέλαβε την εξουσία, ο ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης ήταν 1,52% και ο δείκτης γονιμότητας 2,23 παιδιά ανά γυναίκα. Το 2024, τα μεγέθη αυτά έχουν πέσει στο 0,24% και στα 1,48 παιδιά αντίστοιχα. Η χώρα οδεύει προς μια σταδιακή δημογραφική επιβράδυνση, την οποία δεν φαίνεται να ανατρέπουν οι πολιτικές παραινέσεις.
Ο εκσυγχρονισμός κόντρα στο προεδρικό όραμα
Παράδοξο είναι ότι οι κοινωνικές αλλαγές που συνόδευσαν την οικονομική και κοινωνική άνοδο της Τουρκίας λειτουργούν σήμερα ανασταλτικά για το προεδρικό αφήγημα. Η μεγαλύτερη πρόσβαση των γυναικών στην εκπαίδευση, η ένταξή τους στην αγορά εργασίας, η καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας και η αστικοποίηση διαμόρφωσαν νέα πρότυπα ζωής, λιγότερο συμβατά με το μοντέλο της πολυμελούς οικογένειας που προωθεί η κυβέρνηση.
Οι δημογραφικές προβολές ενισχύουν τις ανησυχίες: αν η τάση συνεχιστεί, ο πληθυσμός της Τουρκίας αναμένεται να κορυφωθεί γύρω στα 90 εκατομμύρια έως τα μέσα της δεκαετίας του 2040 και στη συνέχεια να αρχίσει να μειώνεται. Μια εξέλιξη που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα μιας διαρκώς αναπτυσσόμενης, νεανικής δύναμης που προβάλλεται πολιτικά.
Η ανατροπή στον αγώνα κατά του καπνίσματος
Την ίδια ώρα, μια δεύτερη «αθόρυβη ήττα» καταγράφεται στο μέτωπο της δημόσιας υγείας. Η εκστρατεία κατά του καπνίσματος που ξεκίνησε το 2008 θεωρήθηκε διεθνές παράδειγμα επιτυχίας, καθώς μέχρι το 2012 η χρήση καπνού μειώθηκε αισθητά. Ωστόσο, μετά το 2013 η πορεία αντιστράφηκε.
Τα ποσοστά καπνίσματος αυξάνονται, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών και των νέων. Την τελευταία δεκαετία, η κατανάλωση καπνού στις γυναίκες έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ στις ηλικίες 15–29 η άνοδος είναι ακόμη πιο έντονη, υποδεικνύοντας αλλαγή συμπεριφορών στις νεότερες γενιές.
Παρότι οι απαγορεύσεις τηρούνται αυστηρά σε σχολεία, νοσοκομεία και μέσα μεταφοράς, στην εστίαση η εφαρμογή του νόμου παραμένει χαλαρή. Οι χώροι καπνιστών συχνά κυριαρχούν, μετατρέποντας την αντικαπνιστική νομοθεσία σε τυπική ρύθμιση με περιορισμένο πρακτικό αντίκρισμα.
Η αδυναμία πλήρους εφαρμογής δεν αποδίδεται τόσο στην έλλειψη θεσμικού πλαισίου όσο στη σύγκρουση οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων. Οι πιέσεις της αγοράς φαίνεται να υπερισχύουν της πολιτικής βούλησης, δείχνοντας ότι, σε ορισμένα πεδία, ακόμη και ένα ισχυρό προεδρικό σύστημα δυσκολεύεται να επιβληθεί απέναντι στις βαθύτερες κοινωνικές μεταβολές.
Με πληροφορίες από sigmalive.com