Την απολύτως σαφή και πάγια θέση της Ελλάδος ότι «η Ελλάδα ούτε απειλεί, ούτε διεκδικεί, ούτε θέλει να αναθεωρήσει, δεν μπορεί όμως να μένει σιωπηρή απέναντι σε μια πρόκληση, όχι μόνο απέναντι της Ελλάδας, αλλά απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο», όπως τόνισε χαρακτηριστικώς, τόνισε ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης κ. Νίκος Δένδιας, σε μακροσκελή του συνέντευξη που παραχώρησε στην ενημερωτική εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού OPEN «10 ΠΑΝΤΟΥ» και στους συναδέλφους κ. Νίκο Στραβελάκη και κα. Μίνα Καραμήτρου.
Ο ΥΕΘΑ ανά θεματική ομάδα ερωτήσεων που του τέθηκαν έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις:
Για το ότι είναι «το κόκκινο πανί» για τους Τούρκους
«Όλα αυτά δεν αντέχουν σε κριτική, το καταλαβαίνετε. Εγώ αυτό που εκφράζω πάντοτε είναι την εθνική θέση. Και αυτήν την εθνική θέση εκφράζει και ο Πρωθυπουργός και αυτήν την εθνική θέση εκφράζει και ο Υπουργός Εξωτερικών και την εθνική θέση εξέφρασαν μέχρι σήμερα όλοι οι Πρωθυπουργοί και όλοι οι Υπουργοί Εξωτερικών της χώρας. Αυτό που λέω, όταν δέχομαι και εγώ αυτά τα ερεθίσματα από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, θέλω να πω όχι από όλη την τουρκική κοινωνία - διότι προσωπικά έχω φίλους από την άλλη πλευρά του Αιγαίου - όμως αυτό που λέω ότι δεν μπορούν να πετύχουν, είναι να σιγήσουμε. Διότι έχω πει επανειλημμένως, η Ελλάδα ούτε απειλεί, ούτε διεκδικεί, ούτε θέλει να αναθεωρήσει, δεν μπορεί όμως να μένει σιωπηρή απέναντι σε μια πρόκληση, όχι μόνο απέναντι της Ελλάδας, αλλά απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Εάν η τουρκική πλευρά θελήσει, μέσα στο πλαίσιο του Δικαίου, να βρούμε λύση στο πρόβλημα, βεβαίως και μπορούμε να βρούμε λύση στο πρόβλημα, και η Ελλάδα είναι η πρώτη που θα απλώσει το χέρι. Αλλά μέσα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, όχι διά της επιβολής του ισχυρού. Και εν πάση περιπτώσει, η επιβολή του ισχυρού προϋποθέτει κι έναν ανίσχυρο. Εμείς δεν είμαστε ανίσχυροι.»
«Κύριε Στραβελάκη, κατ’ αρχήν εσείς ο ίδιος παρατηρήσατε ότι μιλάω σπάνια. Το δεύτερο είναι ότι, όπως επίσης παρατηρήσατε, η επέμβαση στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας δεν είθισται, για να το πω επιεικώς.
Το τρίτο είναι ότι και η Τουρκία έχει εσωτερική πολιτική ζωή και εάν δείτε ένα τελευταίο άρθρο του Economist, στο τελευταίο τεύχος, ο Χακάν Φιντάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι αναφέρονται ως υποψήφιοι διάδοχοι του Προέδρου Ερντογάν.
Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο απευθύνεται κατά της Ελλάδας, διότι δεν θεωρώ ότι απευθύνεται εναντίον μου προσωπικά, δεν έχω κάτι να μοιράσω με τον Χακάν Φιντάν…Άρα, αυτό που απευθύνεται εναντίον μας θα μπορούσαμε κάλλιστα κι εμείς να το επιστρέψουμε, και να πούμε ότι αυτά είναι «παιχνίδια» της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής ζωής, της τουρκικής ατζέντας. Όμως δεν το κάνουμε. Γιατί δεν το κάνουμε; Γιατί είμαστε σοβαροί και σεβόμαστε τους κανόνες, και θέλουμε να δώσουμε ένα παράδειγμα και ένα υπόδειγμα, το οποίο κάποια στιγμή, όταν από την άλλη πλευρά του Αιγαίου θα υπάρξουν φωνές σύγχρονες, φωνές που σέβονται το Διεθνές Δίκαιο, φωνές που θέλουν να πλησιάσουν την Ευρώπη και τη Δύση, τότε θα έχουμε αφήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Εμείς ούτε τους κλείνουμε ούτε προσβάλλουμε. Κι όπως ξαναείπα, ούτε διεκδικούμε, ούτε θέλουμε να αναθεωρήσουμε, ούτε έχουμε εκπέμψει απειλή πολέμου καθ΄ οιουδήποτε.»
Για το εάν συμφωνεί με την προσεχή, εντός του Φεβρουαρίου, συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα
«Κύριε Στραβελάκη, νομίζω ότι το προχωράτε λίγο παραπάνω από αυτό που εξέφρασα και από αυτό που εφάρμοσα ως Υπουργός Εξωτερικών…Ναι, διότι εγώ πάντοτε μιλούσα με την Τουρκία και ο γνωστός ανοιχτός διάλογος μπροστά στις κάμερες, με τον Υπουργό Εξωτερικών τότε, τον κ. Τσαβούσογλου, έδειξε ακριβώς ότι πρέπει να μιλάς. Αυτό όμως το οποίο λέω είναι ότι πρέπει και να απαντάς. Δεν μπορεί δηλαδή απέναντι στην απειλή, εσύ να μένεις σιωπηρός. Δεν μπορεί απέναντι στη διεκδίκηση, εσύ να δέχεσαι να αποτελεί αυτό αντικείμενο συζήτησης ως αν ήταν μια φιλική φιλοφρόνηση.
Είμαι σίγουρος όμως, απαντάμε επαρκώς. Αυτή την αίσθηση έχω. Η χώρα, ξέρετε, στα θέματα αυτά έχει καθαρές εθνικές γραμμές, όχι κομματικές γραμμές, όχι κυβερνητικές γραμμές. Έχει εθνικές γραμμές. Και αυτές τις γραμμές μέσα σε πλαίσιο ομόνοιας και κοινής κατανόησης, πρέπει διαρκώς να επαναλαμβάνουμε.
Ένα πράγμα δεν πρέπει να επιτρέψουμε στην άλλη πλευρά διότι είναι επικίνδυνο. Είναι επικίνδυνο και για εμάς, είναι επικίνδυνο και για την Τουρκία. Να επιτρέψουμε στην Τουρκία την ψευδαίσθηση - και αυτό το έχω πει στη συνέντευξη στην «Καθημερινή» - ότι μπορεί να μας επιβάλλει σιγή. Δηλαδή να αποδεχθούμε σιωπηρά το “casus belli” ως μια νορμάλ κατάσταση. Ως να είναι κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο φοβερό να έχει εκπέμψει μια άλλη χώρα «απειλή πολέμου» εναντίον σου, με οποιαδήποτε δικαιολογία: Να μας επιτρέπει μια διεκδίκηση εκτός του Διεθνούς Δίκαιου. Παραδείγματος χάρη, το τουρκολιβυκό, «ε, δεν είναι κάτι φοβερό». Ή «η Γαλάζια Πατρίδα δεν είναι και κάτι τρομερό». Ή το ότι τα νησιά μας επικάθονται επί τουρκικής ή επί ασιατικής υφαλοκρηπίδας, ε, δεν είναι και αυτό κάτι τώρα για να χαλάσουμε τις καρδιές μας. Αν επιτρέψουμε στην Τουρκία να θεωρήσει ότι μπορεί να βελτιώνονται οι σχέσεις μας όταν αυτοί βάζουν στο τραπέζι τέτοια πράγματα, αυτό θα είναι πολύ μεγάλο μας λάθος. Αλλά δεν θα το κάνουμε…Πρέπει να είναι αντιληπτό στην Άγκυρα, και είναι αντιληπτό, ότι δεν υπάρχει μια πολιτική του ενός και μια πολιτική του άλλου, ότι αν «παίξουν» εμένα εναντίον του Υπουργού Εξωτερικών ή εναντίον του Πρωθυπουργού ή κάποιων άλλων εναντίον εμού, η Ελλάδα θα αλλάξει θέση. Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό. Έχουμε μια ενιαία εθνική στάση, και αυτή θα τηρήσουμε εμείς στη Νέα Δημοκρατία, αλλά είμαι απολύτως πεπεισμένος και όλα τα κόμματα, όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα.
Για το πότε θα επεκταθούν τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτ. μίλια
Κυρία Καραμήτρου, καταρχήν το έχουμε κάνει στο Ιόνιο, το ξέρετε και είμαι πάρα πολύ υπερήφανος…Δεν λέω ότι είναι δικό μου έργο, αλλά εν πάση περιπτώσει έχει την υπογραφή μου…Η Ελλάδα από εκεί και πέρα επιφυλάσσει απολύτως στον εαυτό της και μόνο στον εαυτό της το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων. Γιατί; Γιατί είναι σκληρός πυρήνας της εθνικής κυριαρχίας. Οποιονδήποτε καθηγητή οποιουδήποτε Πανεπιστημίου σε αυτό τον πλανήτη στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας ρωτήσετε, θα σας πει το ίδιο πράγμα. Το πότε θα το κάνουμε είναι μια στάθμιση εθνικού συμφέροντος. Αυτό αφορά ολόκληρη την Κυβέρνηση και, αν θέλετε, συνολικά το πολιτικό σύστημα και την ελληνική κοινωνία. Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πω αύριο-μεθαύριο, χθες…Είναι θέμα μεγάλης επιλογής. Αλλά είναι δικαίωμα κυριαρχίας. Μονομερές δικαίωμα.
Για τις συχνές παρεμβάσεις επί των εθνικών θεμάτων των πρώην Πρωθυπουργών κ.κ. Κ.Καραμανλή και Α.Σαμαρά
«Όπως ξέρετε, σέβομαι και τους δύο. Και έχω υπηρετήσει και τους δύο Πρωθυπουργούς ως Υπουργός τους. Έχω απεριόριστο σεβασμό στις απόψεις τους και δεν σας κρύβω ότι συνομιλώ και με τους δύο. Αυτό το οποίο λένε, δεν είμαι εγώ αυτός που θα το ερμηνεύσω. Βεβαίως συνομιλώ με τον κύριο Σαμαρά, του μίλησα προχθές επί τη ευκαιρία της γιορτής του. Βεβαίως, με κάθε σεβασμό στο πένθος το οποίο υπάρχει…Πάντως, κύριε Στραβελάκη, δεν είμαι εγώ αυτός που δεν θα συνομιλήσω με τον Πρωθυπουργό τον οποίο υπηρέτησα, είτε αυτός λέγεται κύριος Καραμανλής, είτε αυτός λέγεται…
Για το θέμα του “casus belli” από την Τουρκία
«…Αυτό το οποίο εγώ θεωρώ ότι είναι η ορθή προσέγγιση, και νομίζω ότι εκφράζεται, είναι ότι δεν μπορούμε να ανεχθούμε το “casus belli” ως στοιχείο συζήτησης ή λήψης απόφασης ή συνεννόησης με την Τουρκία, ως αποδεκτό. Δηλαδή, δεν μπορούμε όταν καθόμαστε στο τραπέζι, η Τουρκία να μας πει: δεν θα επεκτείνεις χωρικά ύδατα, γιατί εγώ έχω εκπέμψει απειλή πολέμου εναντίον σου. Πρώτον, δεν μπορούμε να συζητήσουμε αυτό το θέμα, μπορούμε ίσως να ενημερώσουμε, μπορούμε ίσως να εξηγήσουμε το σκεπτικό, αλλά δεν μπορούμε να συζητήσουμε και να διαπραγματευθούμε με την Τουρκία. Το Διεθνές Δίκαιο, τι προβλέπει; Προβλέπει το δικαίωμα χωρικών υδάτων έως δώδεκα μίλια. Έως δώδεκα μίλια, αυτή είναι ακριβώς η έκφραση του σχετικού άρθρου. Το προβλέπει όμως ως δικαίωμα σκληρού πυρήνα της κυριαρχίας κάθε κράτους. Ούτε εμείς μπορούμε να απαιτήσουμε από την Τουρκία να διαπραγματευθεί μαζί μας, αν θα έχει έξι, δώδεκα, εφτά ή τέσσερα μίλια.»
«Δεν μπορούμε να το συζητήσουμε μαζί του (Σημ. Συντ.: Με τον Φιντάν), δεν μπορούμε, είναι δικαίωμα της κυριαρχίας μας. Ουδείς, όσο καλοπροαίρετος, όσο συμπαθής και αν είναι, δεν μπορεί να καθίσει με την Τουρκία και να πει… Μπορεί να ενημερώσει, μπορεί να ακούσει από την άλλη πλευρά σκέψεις, αλλά δεν μπορούμε να διαπραγματευθούμε και γι’ αυτό και αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ ιστορικά στοιχείο διαπραγμάτευσης. Σε συζήτηση διπλωματική αυτό δεν μπορεί να τεθεί έτσι.
Για το ρόλο των Αμερικανών και την επιθυμία τους να «ταβρούμε» με την Τουρκία
«Ξέρετε, για να είναι αποτελεσματικός κάποιος, και αναφέρομαι στις Ηνωμένες Πολιτείες ή σε κάποια άλλη χώρα που ίσως θα ήθελε να είχε κάποιο ρόλο, θα πρέπει να κάνει ορισμένα πράγματα διακριτικά. Και νομίζω, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πια αρκετά έμπειρες στην περιοχή για να το κάνουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Ελλάδα και γνωρίζουν τι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί. Και γνωρίζουν επαρκώς και το Διεθνές Δίκαιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν υπογράψει την UNCLOS, διότι τότε το Κογκρέσο δεν την είχε επικυρώσει, όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδέχονται απολύτως την UNCLOS. Και κατά τούτο, οι θέσεις του Διεθνούς Δικαίου, όπως τις προσλαμβάνει η Ελληνική Δημοκρατία, είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες τις θέσεις στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Μάλιστα, πολλές φορές κατηγορείται η Κίνα για όσα κάνει στη Νότια Σινική Θάλασσα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακριβώς επί τη βάσει αυτού του Διεθνούς Δικαίου και με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται το Διεθνές Δίκαιο από εμάς και από όλες, σχεδόν όλες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δυστυχώς η Τουρκία είναι μια από αυτές, χώρες αυτού του πλανήτη.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ξέρουν πάρα πολύ καλά τι μπορεί να γίνει και τι δεν μπορεί να γίνει. Βεβαίως, καταλαβαίνω ότι αν δεις τα πράγματα από τη γωνία της Ουάσιγκτον, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να συμβεί, είναι να υπάρχει αναταραχή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλά ούτε η Ελλάδα θέλει αναταραχή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Θέλει το καθεστώς που επιτρέπει και επιβάλει το Διεθνές Δίκαιο. Αυτό είναι κοινός τόπος.»
Για το ότι η τακτική του Προέδρου Τραμπ «ανοίγει πόρτες πάρα πολύ επικίνδυνες» για το Διεθνές Δίκαιο
«Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν πλέον είναι επικεφαλής, είτε ως Πρωθυπουργός είτε ως Πρόεδρος της μεγάλης αυτής γειτονικής μας χώρας, για πολλά χρόνια. Και έχει αποκτήσει εξαιρετική εμπειρία και μας ξέρει και καλά. Κατά συνέπεια, ο Πρόεδρος Ερντογάν γνωρίζει, είμαι βέβαιος για αυτό, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ανεχθεί η Ελληνική Δημοκρατία, και είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνοντας την πραγματικότητα, θα λειτουργήσει πάντοτε ανάλογα. Είπα και πριν, η Ελλάδα ούτε απειλεί την Τουρκία, ούτε διεκδικεί κάτι από την Τουρκία, ούτε θέλει να αναθεωρηθούν οι συνθήκες που έχουν υπογραφεί με την Τουρκία, ή που αφορούν την Τουρκία, αλλά ακριβώς αυτά που δεν επιθυμεί, δεν πρόκειται και να τα ανεχθεί…»
«…Υπάρχει μια ευρύτερη ειδησεογραφία για το «Δόγμα Ντονρόε», κατά το «Δόγμα Μονρόε», το οποίο αποδίδεται στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Εγώ δεν θεωρώ ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θέλει να επιβάλει ένα νέο δόγμα. Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει ένα δικό του τρόπο διαπραγμάτευσης και λειτουργεί με έναν τρόπο για να πετύχει το μέγιστο μέσα από αυτή τη διαπραγμάτευση. Νομίζω ότι και η τελευταία συνάντηση, η τοποθέτηση στο Νταβός χθες, επιβεβαίωσε ακριβώς μια τέτοια προσέγγιση. Αλλά, ανεξάρτητα από όλα αυτά. Η Πατρίδα μας και η πολιτική της δεν είναι ετεροπροσδιορίζονται, ούτε από την υπερδύναμη, την οποία σεβόμαστε βεβαίως, είμαστε σύμμαχοί της επί δεκαετίες, ούτε από οιονδήποτε άλλον.»
Για την «Ατζέντα 2030»
«Εμείς έχουμε μία πολύ καθαρή θέση. Και επίσης, έχουμε ένα πρόγραμμα, το λέμε «Ατζέντα 2030», ώστε να μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις μας να βοηθήσουν την Πατρίδα μας, την κοινωνία μας, να είναι εκεί ώστε να μπορούμε να υπερασπιστούμε αυτή τη θέση, η οποία είναι θέση Διεθνούς Δικαίου. Όποιος λοιπόν σκεφτεί ότι μπορείς να μας επιβάλει κάτι άλλο, θα πρότεινα, θα παρακαλούσα να το σκεφτεί δύο και τρεις φορές.»
Για την επίσκεψη του Ισραηλινού ΥΠΑΜ κ. Κατζ και τα όσα είπε με δηλώσεις του στην Αθήνα
«Κύριε Στραβελάκη, δεν είμαι εγώ αυτός που θα ερμηνεύσει τις δηλώσεις του κυρίου Κατζ…Τον κύριο Κατζ τον ξέρω πολλά χρόνια, ναι, εκεί ήμουνα προφανώς και ούτε τον διέκοψα ούτε διεφώνησα, για να είναι σαφές…Ξέρετε ότι όταν διαφωνώ με ό,τι ακούω, τότε διακόπτω.»
«Έχουμε μια κατανόηση με το κράτος του Ισραήλ. Θέλω όμως να εξηγήσω κάτι, το οποίο είναι καλό να το αντιληφθούμε όλοι στην ευρύτερη περιοχή. Εμείς δεν δημιουργούμε κατανοήσεις, για να τις στρέψουμε κατά κάποιου. Εάν όμως οιοσδήποτε βιαίως προσπαθεί να καταλύσει την τάξη ή να αλλάξει τους κανόνες, ε, με συγχωρείτε τότε, δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι γι’ αυτό. Εμείς αυτό το οποίο διακηρύσσουμε “urbi et orbi” είναι ότι εμείς εφαρμόζουμε κανόνες. Αυτό! Μακάρι να έρθει η στιγμή, το εύχομαι ειλικρινά σας λέω, η Τουρκία να είναι μέρος μιας τέτοιας κατανόησης. Ούτε η Ελλάδα, ούτε η Κύπρος, ούτε το Ισραήλ, ούτε η Αίγυπτος, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε οιαδήποτε άλλη χώρα, θέλουν να αποκλείσουν την Τουρκία. Η Τουρκία είναι μία μεγάλη χώρα, είναι σχεδόν 90 και εκατομμύρια άνθρωποι, μια μεγάλη γεωγραφική μάζα. Μακάρι η Τουρκία να είναι πλαίσιο μίας τέτοιας κατανόησης, αυτό επιθυμούμε όλοι.»
«Εγώ πρέπει να πω τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα. Αλλά βέβαια, όταν παραδείγματος χάρη, το Ισραήλ έχει ενδείξεις, για να μην πω αποδείξεις, ότι κάποια άλλα κράτη στην περιοχή, για να μην αναφερθώ ονομαστικά, υποστηρίζουν τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και υποστηρίζουν τη Χαμάς, από εκεί και πέρα τι περιμένει κανείς να κάνει το Ισραήλ, να το δεχθεί ως κάτι το λογικό, να το δεχθεί ως κάτι το αποδεκτό; Η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι πρόβλημα. Είναι πρόβλημα για την περιοχή μας, δεν είναι μόνο πρόβλημα για ένα κράτος της περιοχής μας. Εάν η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε επικρατήσει στην Αίγυπτο, τότε η Αίγυπτος θα είχε συμφωνήσει με την Τουρκία, πέραν του Διεθνούς Δικαίου, και από κει και πέρα η Ελλάδα θα βρισκόταν απέναντι σε έναν εγκλωβισμό. Έχουμε και εμείς λογαριασμούς, δεν είναι κάτι τρίτο, ξένο και αδιάφορο η Μουσουλμανική Αδελφότητα, δεν πρέπει να ξεχνιόμαστε.»
Για τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις και το επίπεδό τους
«Να σας πω, νομίζω ότι εάν κανείς διαβάσει, δεν χρειάζεται και προσοχή απλή ανάγνωση χρειάζεται, τα λεχθέντα, νομίζω προκύπτουν όλα. Και ο καθένας τοποθετήθηκε ευθέως από την πλευρά του, νομίζω με πολύ καθαρό τρόπο, και ο κύριος Κατζ νομίζω, ξέρετε οι Ισραηλινοί είναι πάρα πολύ προσεκτικοί στο τι λένε, το καταλαβαίνουμε.»
«Κυρία Καραμήτρου, εσείς βάζετε τίτλους, εγώ δεν θα βάλω τίτλους. Νομίζω, οι δηλώσεις οι οποίες έγιναν μιλάνε απολύτως από μόνες τους, απολύτως. Και μπορείτε να παρατηρήσετε ακριβώς το τι λέχθηκε και είναι βέβαιον, ότι σε αυτό το επίπεδο τα πράγματα ούτε λέγονται κατά λάθος, ούτε μας ξεφεύγουν, ούτε κάποιος δημοσιογράφος είπε και μια κουβέντα παραπάνω. Είναι σοβαρά πράγματα, είναι σοβαρές κουβέντες και λέγονται με σοβαρό τρόπο.»
Για το αν συμμετέχει σε «κούρσα διαδοχής» και για «το αν κρύβεται στα δύσκολα»
«Λοιπόν, νομίζω ότι υπερασπίζομαι το έργο μου και το έργο της Κυβέρνησης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και σε οποιαδήποτε μέτρηση, νομίζω ότι φαίνεται ότι ο τομέας της Άμυνας έχει μια πολύ μεγαλύτερη αποδοχή από τη συνολική αποδοχή που έχει το έργο μας. Όχι επειδή δεν κάνουμε έργο ίσως και σε άλλους τομείς, το ίδιο σημαντικό και το ίδιο, αλλά ίσως επειδή αυτό το έργο έχει «επικοινωνηθεί» με έναν επαρκέστερο τρόπο. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι το καθήκον μου ως Υπουργός της Κυβέρνησης το κάνω με το παραπάνω. Αυτό που θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω είναι την τοποθέτηση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Ο Υπουργός Άμυνας, όπως και ο Υπουργός Εξωτερικών, έχουν έναν ειδικό ρόλο, έναν πολύ πιο «βαρύ» και θεσμικό ρόλο τον οποίο πρέπει να υπηρετήσουν. Σε αυτούς τους τομείς, η κοινωνία, τα κόμματα, πρέπει να είναι ενωμένα. Ο Υπουργός Άμυνας πρέπει να μιλάει σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως και ο Υπουργός Εξωτερικών, εξ ονόματος της χώρας, όχι εξ ονόματος ενός κόμματος ή έστω και μιας Κυβέρνησης. Αυτό επιβάλει λοιπόν συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς.»
«…Απάντησα στην «Καθημερινή», θα το επαναλάβω: Ξέρετε, κυρία Καραμήτρου και κύριε Στραβελάκη, θυμάμαι πολύ καλά ένα παιδάκι με γαλότσες στο 2ο Σχολείο της Κέρκυρας, πολύ καλά. Και τότε μάλιστα και ο πατέρας μου, για δικούς μας λόγους, είχε χάσει το σύνολο των χρημάτων του. Όταν πήγα στο Κολέγιο, πήγα με υποτροφία. Σήμερα σας απευθύνομαι ως Υπουργός Άμυνας της Ελληνικής Κυβέρνησης. Η απόσταση είναι μεγάλη και θεωρώ ότι για οποιονδήποτε λογικό άνθρωπο, αυτό είναι αναγνώριση ότι οι φιλοδοξίες μιας ζωής έχουν εκπληρωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αρνηθώ να υπηρετήσω την Πατρίδα μου, αν αυτό απαιτηθεί. Αλλά καθόσον αφορά τον δικό μου εσωτερικό κόσμο, είμαι υπερπλήρης.
Για τη φρεγάτα FDI-HN «ΚΙΜΩΝ»
«Η Φρεγάτα είναι εμβληματική και βεβαίως εξάπτει και τη λαϊκή φαντασία, είναι το ισχυρότερο πλοίο ή θα γίνει το ισχυρότερο πλοίο στον πλανήτη μόλις του εντάξουμε και τα νέα πυραυλικά συστήματα τα οποία εξελίσσουμε. Όμως η αλλαγή στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι πάρα πολύ βαθιά, μετατρέπουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις από ένα σύνολο οπλικών συστημάτων και προσωπικού, σε έναν μηχανισμό λήψης γνώσης και επεξεργασίας πληροφορίας και αποτροπής απειλής. Είναι μια «επανάσταση» που γίνεται και θα προσπαθήσω αυτό τον τελευταίο χρόνο της κυβερνητικής θητείας, να εξηγήσω στην ελληνική κοινωνία πόσο μεγάλη είναι αυτή η «επανάσταση», όχι για να έχουμε εκλογικό όφελος εμείς στη Νέα Δημοκρατία, αλλά για να μπορέσει αυτή η «επανάσταση» να συνεχίσει και μετά τις εκλογές. Διότι χρειάζεται, η Ατζέντα λέγεται «2030», γιατί χρειαζόμαστε να πάμε μέχρι το 2030, είμαστε ακόμη στο 2026.»