Την ανάγκη συγχώνευσης των θέσεων του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ανέδειξε την Τετάρτη ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να εκφράζεται ενιαία σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μιλώντας σε εκδήλωση με εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου στις Βρυξέλλες, ο Βέμπερ σημείωσε ότι μια τέτοια θεσμική αλλαγή δεν θα απαιτούσε τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, αλλά απλώς την ανάθεση και των δύο ρόλων στο ίδιο πρόσωπο. Όπως διευκρίνισε, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να εξεταστεί μετά τις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές, το 2029.
«Η Ευρώπη σήμερα είναι μπλοκαρισμένη, αόρατη και χωρίς φωνή στη διεθνή σκηνή, και αυτό πρέπει να αλλάξει», προειδοποίησε ο πρόεδρος του μεγαλύτερου πολιτικού σχηματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με το Politico.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ηγείται του εκτελεστικού βραχίονα της ΕΕ, με αρμοδιότητες σε τομείς όπως το εμπόριο, η γεωργία και η ενιαία αγορά. Ωστόσο, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας χειρίζονται η ύπατη εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οι οποίοι λογοδοτούν απευθείας στα κράτη-μέλη. Κατά τον Βέμπερ, αυτή η πολυδιάσπαση εξουσιών δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σημερινής γεωπολιτικής συγκυρίας.
Ο ίδιος συνέδεσε την ανάγκη μεταρρύθμισης με τη διεθνή αστάθεια και τις ανατροπές στην παγκόσμια τάξη, επισημαίνοντας τον ρόλο της αμερικανικής κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Ερωτηθείς εάν θα τον ενδιέφερε ένας μελλοντικός ρόλος «προέδρου της Ευρώπης», απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, σημειώνοντας ότι τέτοιες αποφάσεις ανήκουν στα κόμματα και στους πολίτες της ΕΕ.
Ο Βέμπερ ηγείται του ΕΛΚ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το 2014, ενώ το 2019 είχε διεκδικήσει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χωρίς τελικά να επιλεγεί, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες προτίμησαν την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της εγκατάλειψης της αρχής της ομοφωνίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, προκρίνοντας τη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία. Αν και η πρόταση αυτή συναντά αντιδράσεις από ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, ο Βέμπερ υποστήριξε ότι, εάν δεν υπάρξει συναίνεση, οι χώρες που επιθυμούν βαθύτερη ενοποίηση θα μπορούσαν να προχωρήσουν μέσω ειδικής συνθήκης συνεργασίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.