Συμπληρώνονται σήμερα δύο δεκαετίες από το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου 2006, όταν ο μικρός Άλεξ Μεχσισβίλι χάθηκε οριστικά στους δρόμους της Βέροιας, αφήνοντας πίσω του μια υπόθεση που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τη βία μεταξύ ανηλίκων.
Αν ο Άλεξ ζούσε σήμερα, θα ήταν ένας άνδρας 31 ετών, όμως η ζωή του κόπηκε απότομα στα έντεκα, σε μια τραγωδία που παραμένει «ανοιχτή» καθώς η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.
Η υπόθεση συγκλόνισε το πανελλήνιο όταν αποκαλύφθηκε πως υπεύθυνοι για τον θάνατό του ήταν πέντε συνομήλικοί του, μέλη μιας ανήλικης «συμμορίας» που τον καταδίωξε και τον χτύπησε έξω από το Δημαρχείο της πόλης. Η ομολογία ενός από τα παιδιά αποκάλυψε το εφιαλτικό παρασκήνιο: τον θανάσιμο τραυματισμό του Άλεξ μετά από πτώση, την προσωρινή απόκρυψη του σώματος σε ένα ακατοίκητο σπίτι και την τελική μεταφορά του σε ένα καρότσι οικοδομής προκειμένου να πεταχτεί στο ποτάμι της Μπαρμπούτας.
Παρά τις καταδίκες των ανηλίκων για θανατοφόρα βλάβη και του παππού δύο εξ αυτών για υπόθαλψη εγκληματία, το μυστικό για το πού βρίσκεται ο 11χρονος παραμένει καλά φυλαγμένο.
Η δικαστική απόφαση του 2013, που επιδίκασε αποζημίωση στη μητέρα του, υπογράμμισε τον ακραίο ψυχικό πόνο που προκάλεσε η μετέπειτα στάση των εμπλεκομένων, οι οποίοι με τη σιωπή τους εμπόδισαν κάθε προσπάθεια ανεύρεσης του παιδιού. Είκοσι χρόνια μετά, η μορφή του Άλεξ παραμένει στη συλλογική μνήμη ως η πρώτη και πιο σκληρή υπενθύμιση των συνεπειών του bullying στην Ελλάδα.