Σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες εισέρχεται η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, ξεκαθαρίζοντας πως δεν πρόκειται να ανεχθεί την υιοθέτηση κανόνων «Buy European» (Αγοράζετε Ευρωπαϊκά) στον τομέα της άμυνας. Η Ουάσιγκτον απειλεί με σκληρά αντίποινα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον πλήρη αποκλεισμό των ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών από την τεράστια αγορά των ΗΠΑ.
Το παράδοξο της αμερικανικής πίεσης
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ αναδεικνύει μια σημαντική αντίφαση: Ενώ πιέζει επιτακτικά τους Ευρωπαίους να αναλάβουν το κόστος της άμυνάς τους, απαιτεί ταυτόχρονα η προσπάθεια αυτή να χρηματοδοτεί τους αμερικανικούς κολοσσούς.
Η εξάρτηση της Ευρώπης: Σήμερα, σχεδόν τα 2/3 των εισαγόμενων όπλων στην ΕΕ προέρχονται από τις ΗΠΑ (F-35, Patriot, HIMARS).
Η αντεπίθεση της Κομισιόν: Στη σκιά της ρωσικής απειλής, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν τη στρατηγική απεξάρτηση, προωθώντας προγράμματα (όπως το SAFE ύψους 150 δισ. ευρώ) που επιβάλλουν ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία τουλάχιστον 65%.
Η απειλή του Πενταγώνου: «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού»
Στην επιστολή της προς την Κομισιόν, η αμερικανική κυβέρνηση χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊκό προστατευτισμό ως «λανθασμένη πορεία», προειδοποιώντας με συγκεκριμένα μέτρα:
Ανάκληση εξαιρέσεων: Επανεξέταση όλων των διευκολύνσεων που επιτρέπουν σήμερα σε ευρωπαϊκές εταιρείες (όπως η Leonardo και η Saab) να κερδίζουν συμβόλαια του Πενταγώνου.
Κλείσιμο της αγοράς: Κατάργηση των γενικών αδειών πρόσβασης και εφαρμογή του νόμου «Buy American» ως απάντηση στο ευρωπαϊκό μπλόκο.
Εξέταση κατά περίπτωση: Κάθε μελλοντική συνεργασία θα εγκρίνεται μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ.
Σημείο καμπής για τις διατλαντικές σχέσεις
Η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι η στροφή στην ευρωπαϊκή παραγωγή θα αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ και θα παραβιάσει τις εμπορικές δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι Βρυξέλλες το περασμένο καλοκαίρι. Το τρίτο τρίμηνο του 2026, όταν η Κομισιόν θα παρουσιάσει την επικαιροποιημένη οδηγία για τις αμυντικές προμήθειες, αναμένεται να αποτελέσει τη στιγμή της αλήθειας: Θα τολμήσει η Ευρώπη την αυτονομία της ή θα υποκύψει στις πιέσεις ενός εταίρου που θεωρεί ολοένα και πιο αναξιόπιστο;