ΗΠΑ–Ιράν: Αμφίβολη «νίκη» και βαρύ τίμημα μετά τον πόλεμο

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 10/04/26 - 15:44

Σε εκτενή ανάλυση, ο ανταποκριτής του BBC στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τομ Μπέιτμαν, εξετάζει κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους στον πόλεμο με το Ιράν, εστιάζοντας στη ρητορική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, την εξέλιξη του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και το συνολικό κόστος της σύγκρουσης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, έχει ξεκινήσει μια έντονη «μάχη αφηγήματος» γύρω από την έκβαση του πολέμου, με το Πεντάγωνο να προβάλλει εικόνα στρατιωτικής υπεροχής. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, έκανε λόγο για «καθαρή στρατιωτική νίκη», τονίζοντας τη δύναμη των αμερικανικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική, τα αποτελέσματα εμφανίζονται πιο σύνθετα. Βασικός στόχος της Ουάσινγκτον ήταν ο περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Παρά τους βομβαρδισμούς σε εγκαταστάσεις όπως το Ισφαχάν, το Φορντό και η Νατάνζ, η Τεχεράνη φαίνεται να διατηρεί σημαντικά αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου.

Ο επικεφαλής της Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, εκτίμησε ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στο πυρηνικό ζήτημα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διπλωματίας.

Παράλληλα, οι αρχικοί στόχοι περί αλλαγής καθεστώτος δεν υλοποιήθηκαν. Αν και το Ισραήλ εξουδετέρωσε ανώτατα στελέχη του ιρανικού καθεστώτος, η εξουσία παραμένει σταθερή, με τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ. Οι προσδοκίες για κατάρρευση του καθεστώτος δεν επιβεβαιώθηκαν.

Στο στρατιωτικό πεδίο, η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι έχει αποδυναμώσει σημαντικά τις ιρανικές δυνατότητες, ωστόσο διαρροές πληροφοριών δείχνουν ότι η Τεχεράνη διατηρεί ακόμη σημαντικό μέρος του οπλοστασίου της, ιδίως σε πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος του πολέμου είναι ήδη αισθητό: δεκάδες Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο δολάρια ημερησίως. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η πολιτική στήριξη προς τον πόλεμο παραμένει περιορισμένη, με έντονες αντιδράσεις τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από τμήμα των Ρεπουμπλικανών.

Επιπλέον, προσωπικότητες του κινήματος MAGA, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, άσκησαν δημόσια κριτική στον Τραμπ, ενώ η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν καταδίκασε τη στρατηγική του, αναδεικνύοντας εσωτερικές ρωγμές.

Σε διεθνές επίπεδο, η κρίση επηρέασε τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους, ιδίως στο ΝΑΤΟ, με τον γενικό γραμματέα Μαρκ Ρούτε να κάνει λόγο για «ειλικρινείς αλλά δύσκολες» συνομιλίες. Η αστάθεια ενισχύει τις τάσεις απομάκρυνσης της Ευρώπης από την αμερικανική επιρροή, δημιουργώντας περιθώρια για γεωπολιτικά οφέλη της Κίνα.

Παράλληλα, το κλείσιμο των Στενά του Ορμούζ έχει προκαλέσει αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, με αυξήσεις στις τιμές καυσίμων και πληθωριστικές πιέσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν και τις εκλογικές εξελίξεις στις ΗΠΑ.

Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει ότι, παρά την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν εν μέρει ανεκπλήρωτοι, ενώ το συνολικό κόστος –πολιτικό, οικονομικό και γεωπολιτικό– ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα υψηλό στο άμεσο μέλλον.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ