Σε καθεστώς σταδιακής εφαρμογής αναμένεται να τεθεί το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), πριν ενεργοποιηθεί πλήρως το νέο σύστημα ελέγχων και προστίμων.
Η απόφαση για μια μεταβατική περίοδο προσαρμογής εξετάστηκε θετικά σε συνάντηση του υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Δημήτρη Μαρκόπουλου, του διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή και του προέδρου της ΠΟΜΙΔΑ Στράτου Παραδιά, καθώς κρίθηκε ότι πολλοί ιδιοκτήτες δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν με κυρώσεις για αποκλίσεις που προκύπτουν από προβλήματα μεταξύ Ε9 και Κτηματολογίου.
Η ανάγκη για μεταβατικό στάδιο προέκυψε από τις δοκιμές του πληροφοριακού συστήματος, οι οποίες αποκάλυψαν σημαντικές δυσκολίες στην αντιστοίχιση των στοιχείων από τις διαφορετικές βάσεις δεδομένων. Ιδιαίτερα σύνθετες είναι οι περιπτώσεις αγροτεμαχίων με εκκρεμότητες ιδιοκτησίας, ημιτελείς αναδασμούς, εκτάσεις που εμφανίζονται ως δημόσιες στο Κτηματολόγιο αλλά χρησιμοποιούνται επί χρόνια από ιδιώτες, καθώς και περιοχές όπου η κτηματογράφηση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η λειτουργία του ΜΙΔΑ είχε αρχικά προγραμματιστεί για το τέλος Μαρτίου, ωστόσο καθυστέρησε λόγω τεχνικών προβλημάτων και δυσκολιών στη διασύνδεση των δεδομένων του Ε9 με το Κτηματολόγιο. Στόχος της ΑΑΔΕ είναι η ενεργοποίηση της πλατφόρμας να πραγματοποιηθεί σταδιακά, ώστε ιδιοκτήτες, λογιστές και επαγγελματίες να έχουν χρόνο να ελέγξουν τα στοιχεία και να διορθώσουν τυχόν λάθη πριν ξεκινήσουν οι εκτεταμένες διασταυρώσεις.
Με την πλήρη λειτουργία του, το ΜΙΔΑ θα αποτελέσει την ενιαία ψηφιακή βάση δεδομένων για τα ακίνητα της χώρας, συγκεντρώνοντας πληροφορίες που σήμερα βρίσκονται κατακερματισμένες σε διαφορετικές υπηρεσίες. Σε κάθε ψηφιακό φάκελο ακινήτου θα περιλαμβάνονται στοιχεία όπως ο ΑΤΑΚ, ο ΚΑΕΚ, η τοποθεσία, η επιφάνεια, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας, η χρήση, οι μισθώσεις και κάθε μεταβολή που αφορά την ιδιοκτησία.
Παράλληλα, στο μητρώο θα καταχωρίζονται στοιχεία όπως ο αριθμός παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το υδρόμετρο, οι πληροφορίες των ενοικιαστών στις μακροχρόνιες μισθώσεις, τα στοιχεία των πλατφορμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά και IBAN όπου απαιτείται για την καταβολή ενοικίων. Υποχρέωση ενημέρωσης δεν θα έχουν μόνο οι ιδιοκτήτες, αλλά και οι ενοικιαστές, οι οποίοι θα δηλώνουν τα στοιχεία του ακινήτου που μισθώνουν και το συμφωνημένο μίσθωμα.
Κατά την έναρξη της πλατφόρμας, τα δεδομένα από το Κτηματολόγιο και το Ε9 θα μεταφερθούν αυτόματα και στη συνέχεια οι ιδιοκτήτες θα κληθούν να επιβεβαιώσουν την ορθότητά τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, η διόρθωση πιθανών διαφορών θα απαιτήσει τη συνδρομή ειδικών, όπως λογιστών, συμβολαιογράφων και μηχανικών, κυρίως όταν υπάρχουν αποκλίσεις σε τετραγωνικά, όρια ή τίτλους ιδιοκτησίας.
Μετά την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου, η ΑΑΔΕ θα προχωρήσει σε αυτοματοποιημένους ελέγχους μεταξύ των στοιχείων του Ε9, του Κτηματολογίου και των δεδομένων του ΜΙΔΑ. Η φορολογική διοίκηση θα αποκτήσει έτσι πλήρη εικόνα όχι μόνο για την ιδιοκτησία των ακινήτων, αλλά και για την πραγματική χρήση τους, τις μισθώσεις και τις μεταβολές που πραγματοποιούνται.
Οι διασταυρώσεις θα μπορούν να εντοπίζουν αποκλίσεις σε επιφάνειες, χρήσεις, ποσοστά συνιδιοκτησίας, μισθώσεις και εισοδήματα από ακίνητα. Σε περιπτώσεις αδήλωτων μεταβολών ή ανακριβών στοιχείων, ενδέχεται να προκύψουν πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως διορθώσεις στον ΕΝΦΙΑ ή επιπλέον δημοτικά τέλη.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους ιδιοκτήτες. Κάθε αλλαγή στη χρήση ενός ακινήτου, όπως νέα μίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση, θα πρέπει να δηλώνεται εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Για εκπρόθεσμη ενημέρωση προβλέπεται πρόστιμο 500 ευρώ, ενώ οι ανακριβείς δηλώσεις που συνδέονται με επιδοτήσεις ή κρατικές ενισχύσεις μπορεί να επιφέρουν πρόστιμο έως 1.000 ευρώ. Για άλλες περιπτώσεις ανακριβών στοιχείων το πρόστιμο ανέρχεται στα 100 ευρώ.
Βασική προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία του ΜΙΔΑ είναι η σωστή απεικόνιση των ακινήτων στο Ε9, καθώς το νέο σύστημα θα απαιτεί την πλήρη ταύτιση των στοιχείων μεταξύ Ε9, Κτηματολογίου και ψηφιακού μητρώου.
Παράλληλα, από το 2027 αναμένονται αλλαγές στον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ, καθώς θα αξιοποιούνται και τα δεδομένα της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου. Ο φόρος θα υπολογίζεται με βάση τα πραγματικά τετραγωνικά του ακινήτου, ενώ σε περίπτωση που προκύπτει μικρότερη επιφάνεια από αυτή που εμφανίζεται σήμερα στα αρχεία, θα λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη τιμή, περιορίζοντας φαινόμενα υπερφορολόγησης.
Ανοιχτό παραμένει, πάντως, το ζήτημα της αναδρομικότητας στις περιπτώσεις όπου η Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου αποκαλύψει μεγαλύτερες επιφάνειες από αυτές που έχουν δηλωθεί στις φορολογικές αρχές. Από την τελική ρύθμιση θα εξαρτηθεί εάν θα προκύψουν αναδρομικές επιβαρύνσεις για ΕΝΦΙΑ, δημοτικά τέλη ή άλλες υποχρεώσεις.