Οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν ξεκινούν σήμερα στο Πακιστάν υπό ένα καθεστώς έντονης αμοιβαίας καχυποψίας, παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία που εκφράζουν οι διεθνείς παρατηρητές.
Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών έγινε σαφές πριν καν την έναρξη των επαφών, με τον επικεφαλής της ιρανικής αντιπροσωπείας Μοχάμαντ Γκαλιμπάφ να εκφράζει ανοιχτά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Ουάσιγκτον, ενώ από την άλλη πλευρά, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα.
Ο οικοδεσπότης και μεσολαβητής, Πρωθυπουργός του Πακιστάν Σαχμπάζ Σαρίφ, αναγνώρισε τη δυσκολία του εγχειρήματος, τονίζοντας ότι η μετάβαση από την προσωρινή εκεχειρία σε μια μόνιμη συμφωνία αποτελεί την πιο κρίσιμη φάση που θα κρίνει την επιτυχία της αποστολής.
Η Τεχεράνη προσέρχεται στο τραπέζι των συνομιλιών υπό καθεστώς υπαρξιακής πίεσης, καθώς σύμφωνα με αναλυτές η χώρα δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια της συνέχισης των πολεμικών συγκρούσεων. Παρά τις σκληρές τοποθετήσεις για την ανάγκη επέκτασης της εκεχειρίας και στον Λίβανο —αίτημα που απορρίπτουν οι ΗΠΑ καθώς το Ισραήλ συνεχίζει τις εκεί επιχειρήσεις του— η πολυπληθής ιρανική αντιπροσωπεία βρίσκεται ήδη στο Ισλαμαμπάντ, αναζητώντας μια διέξοδο από την κρίση.
Ταυτόχρονα, και η αμερικανική πλευρά τελεί υπό πίεση χρόνου, με τον Πρόεδρο Τραμπ να επιδιώκει μια διπλωματική επιτυχία που θα ενισχύσει την εσωτερική του θέση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αποφεύγοντας μια παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να πλήξει τη δημοτικότητά του.
Τα σημεία τριβής παραμένουν πολυάριθμα, με κυριότερο την απόκλιση στις εκδοχές του «εγγράφου των 10 σημείων» που αποτελεί τη βάση των συζητήσεων. Ενώ το Ιράν διεκδικεί άρση των κυρώσεων, πολεμικές αποζημιώσεις και συνέχιση του πυρηνικού του προγράμματος, η Ουάσιγκτον παραμένει ανυποχώρητη στο ζήτημα των πυρηνικών.
Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζει και το ίδιο το Πακιστάν, το οποίο επιδιώκει την επιτυχία των συνομιλιών όχι μόνο για να ενισχύσει το διεθνές του προφίλ ως ειρηνοποιός, αλλά και για να αποφύγει μια κλιμάκωση που θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική πολιτική και κοινωνική αναταραχή μέσω της κινητοποίησης σιιτικών ομάδων στην επικράτειά του.