Συμπληρώνονται 23 χρόνια από την τραγωδία της 13ης Απριλίου 2003 στα Τέμπη, ένα από τα πιο πολύνεκρα τροχαία δυστυχήματα στην Ελλάδα, που συγκλόνισε το πανελλήνιο και άφησε πίσω του 21 νεκρούς μαθητές του Λυκείου Μακροχωρίου Ημαθίας.
Το δυστύχημα σημειώθηκε στο 385ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αθηνών–Θεσσαλονίκης, όταν νταλίκα που μετέφερε πλάκες νοβοπάν, με κατεύθυνση προς την Αθήνα, ξέφυγε από την πορεία της λόγω μετατόπισης του φορτίου και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με τουριστικό λεωφορείο. Στο λεωφορείο επέβαιναν 49 μαθητές της Α’ τάξης του Λυκείου Μακροχωρίου και τρεις συνοδοί καθηγητές, οι οποίοι επέστρεφαν από σχολική εκδρομή στην Αθήνα.
Ο τραγικός απολογισμός ήταν 21 νεκροί μαθητές —12 αγόρια και 9 κορίτσια— και 32 τραυματίες. Το λεωφορείο βρέθηκε στα βράχια, με κομμένη την αριστερή πλευρά του, κατεστραμμένη την οροφή και διαλυμένο το εσωτερικό του. Πάνω του έπεσαν διαδοχικά και τρία αυτοκίνητα, τα οποία διαλύθηκαν και τυλίχθηκαν στις φλόγες, ενώ οι επιβαίνοντές τους πρόλαβαν να τα εγκαταλείψουν τραυματισμένοι.
Ως υπαίτιος του δυστυχήματος συνελήφθη ο οδηγός της νταλίκας, Δημήτριος Ντόλας. Την επόμενη ημέρα, ο εισαγγελέας Λάρισας άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή. Παράλληλα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Κρουσταλάκης παρήγγειλε έρευνα σε βάθος και προς κάθε κατεύθυνση για την απόδοση ευθυνών σε όλους τους εμπλεκόμενους.
Στις 19 Απριλίου 2003, με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, προφυλακιστέοι κρίθηκαν ο οδηγός και οι δύο συνιδιοκτήτες της νταλίκας. Το πόρισμα των πραγματογνωμόνων, που παραδόθηκε στις 22 Απριλίου στον εισαγγελέα Λάρισας, διαπίστωσε ότι το μοιραίο όχημα είχε φθαρμένα ελαστικά, πειραγμένο ταχογράφο και υπέρβαρο φορτίο.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2004, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αποφάσισε με βούλευμα την παραπομπή σε δίκη του οδηγού, των δύο συνιδιοκτητών της νταλίκας, καθώς και τριών στελεχών της εταιρείας ξυλείας «Ακρίτας», η οποία εδρεύει στον Έβρο.
Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου 2005, σε ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Βόλου. Οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από το υπέρβαρο φορτίο, τα φθαρμένα ελαστικά και την ταχύτητα του φορτηγού, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση του κέντρου βάρους. Ο οδηγός της νταλίκας παραδέχθηκε στην απολογία του ότι το όχημα ήταν υπερφορτωμένο, υποστηρίζοντας ότι δέχθηκε να το οδηγήσει επειδή ήταν νέος στη δουλειά και φοβόταν μήπως απολυθεί.
Στις 22 Ιουλίου 2005, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, επιβάλλοντας βαριές ποινές στους κατηγορούμενους. Στον οδηγό της νταλίκας επιβλήθηκε κάθειρξη 19 ετών, στον έναν συνιδιοκτήτη 18 ετών, στον άλλον 14 ετών, ενώ ποινές κάθειρξης επιβλήθηκαν και σε στελέχη της εταιρείας «Ακρίτας». Παράλληλα, το δικαστήριο πρότεινε την παραπομπή σε δίκη του προέδρου της εταιρείας, Αθανάσιου Σαράντη, και της διευθύνουσας συμβούλου Λουκίας Σαράντη.
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό διεξήχθη στη Λάρισα, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, από τις 17 Νοεμβρίου 2006 έως τις 30 Μαρτίου 2007. Για πρώτη φορά, δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον ενδεχόμενο δόλο σε θανατηφόρο τροχαίο, μετατρέποντας την κατηγορία από πλημμέλημα σε κακούργημα. Οι ποινές μειώθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ σε όλους τους κατηγορούμενους αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά.
Το ποινικό σκέλος της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τη δίκη των ιδιοκτητών της εταιρείας ξυλείας «Ακρίτας», Αθανάσιου Σαράντη και Λουκίας Σαράντη, η οποία ξεκίνησε στις 2 Οκτωβρίου 2008 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Στις 10 Φεβρουαρίου 2009, το δικαστήριο τούς έκρινε ενόχους για ανθρωποκτονίες εξ αμελείας κατά συρροή, σωματικές βλάβες κατά συρροή και διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, επιβάλλοντας στον καθένα ποινή φυλάκισης 4 ετών, 11 μηνών και 15 ημερών, εξαγοράσιμη προς 10 ευρώ ημερησίως. Στην ίδια δίκη κάθισε στο εδώλιο και ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου, Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ο οποίος αθωώθηκε.
Η δικαστική αυλαία για το πολύνεκρο δυστύχημα έπεσε με την επιδίκαση αποζημιώσεων στις οικογένειες των θυμάτων. Στο σημείο της τραγωδίας, η μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή ότι οι 21 μαθητές θυσιάστηκαν «με ευθύνη της Πολιτείας και στο βωμό του κέρδους» κρατά ζωντανή τη μνήμη ενός εγκλήματος που σημάδεψε βαθιά την ελληνική κοινωνία.