Σε μια κίνηση υψηλού ρίσκου που ισοδυναμεί με πολεμική πράξη, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ, στοχεύοντας στον πλήρη στραγγαλισμό της ιρανικής οικονομίας.
Η επιχείρηση, η οποία ξεκινά σήμερα, αφορά κάθε πλοίο που κατευθύνεται προς ή αναχωρεί από ιρανικά λιμάνια, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε πως θα παρεμποδίζονται ακόμη και σκάφη σε διεθνή ύδατα που έχουν καταβάλει τέλη διέλευσης στην Τεχεράνη.
Ο απώτερος στόχος της Ουάσιγκτον είναι να αναγκάσει το Ιράν να άρει τον δικό του έλεγχο στο κομβικό αυτό πέρασμα, από όπου διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Ωστόσο, στρατιωτικοί αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι του Πενταγώνου προειδοποιούν ότι η επιχείρηση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα χωρίς τη στήριξη συμμάχων. Παράλληλα, εγείρονται κρίσιμα ερωτήματα για το αν οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να βυθίσουν πλοία που θα επιχειρήσουν να σπάσουν τον αποκλεισμό, ειδικά αν αυτά μεταφέρουν φορτία για δυνάμεις όπως η Κίνα ή η Ινδία.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, απαντά με σκληρή ρητορική, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να προειδοποιούν πως κάθε προσέγγιση πολεμικού πλοίου θα θεωρηθεί παραβίαση της εκεχειρίας και θα τύχει αποφασιστικής απάντησης. Ο φόβος για ασύμμετρα αντίποινα, όπως η ναρκοθέτηση των Στενών ή επιθέσεις σε υποδομές συμμάχων των ΗΠΑ, παραμένει έντονος, ενώ οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη καταγράψει άνοδο 50% από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η στρατηγική Τραμπ δέχεται επικρίσεις από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα του μέτρου και προειδοποιούν για το πολιτικό κόστος από τις υψηλές τιμές των καυσίμων ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου.
Παρά την αποδυνάμωση του ιρανικού στρατού από τα αμερικανικά πλήγματα, η ηγεσία της χώρας εμφανίζεται ανυποχώρητη, ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ειδικών ότι η κρίση απαιτεί μακροχρόνια διπλωματική προσπάθεια αντί για μια αμιγώς στρατιωτική λύση.