Δύο μήνες μετά το ξέσπασμα της πολεμικής σύρραξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, οι διπλωματικές επαφές διεξάγονται σε ένα ομιχλώδες τοπίο, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν προτάσεις μέσω Πακιστάν χωρίς ουσιαστική σύγκλιση.
Η αβεβαιότητα εντείνεται από την απρόβλεπτη φύση του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εξέφρασε ανοιχτά τη δυσαρέσκεια της Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη «γελοιοποιεί» την αμερικανική ηγεσία, παρασύροντάς την σε άκαρπες διαπραγματεύσεις.
Το Σενάριο της Αποκλιμάκωσης
Υπάρχουν ισχυρά κίνητρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον Τραμπ σε μια συμφωνία. Οι αμερικανικές απώλειες σε εξοπλισμό (F-35, μαχητικά και drones) και ανθρώπινες ζωές είναι ήδη αισθητές, ενώ το οικονομικό κόστος αγγίζει τα 12 δισεκατομμύρια δολάρια εβδομαδιαίως.
Παράλληλα, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο αντιμετωπίζουν σοβαρή οικονομική ύφεση, ενώ η Ευρώπη και η Ασία πλήττονται από το ενεργειακό κόστος.
Μια άμεση λήξη θα επέτρεπε στον Τραμπ να ανακηρυχθεί «νικητής» πριν διαβρωθεί ο μύθος της αμερικανικής υπερδύναμης προς όφελος της Κίνας, κατευνάζοντας ταυτόχρονα το εσωτερικό του μέτωπο ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου.
Το Σενάριο της Κλιμάκωσης
Από την άλλη πλευρά, η συνέχιση του πολέμου παραμένει ένα ορατό ενδεχόμενο. Οι αρχικοί στόχοι —η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και ο έλεγχος των πυρηνικών του— δεν έχουν επιτευχθεί, ενώ η Τεχεράνη αντέχει χάρη στη στήριξη Ρωσίας και Κίνας. Επιπλέον, ισχυρά λόμπι στην Ουάσινγκτον, όπως οι ενεργειακοί κολοσσοί και οι πολεμικές βιομηχανίες, κερδίζουν δισεκατομμύρια από την κρίση.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η πίεση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος επιδιώκει την οριστική εξάλειψη της ιρανικής απειλής. Τέλος, ο ίδιος ο Τραμπ, λειτουργώντας με τη λογική του «dealmaker» που δεν δέχεται την ήττα, ίσως επιλέξει την κλιμάκωση για να επιβάλει τους δικούς του όρους, αψηφώντας τις διεθνείς πιέσεις.