Μακριά από τα πεδία των μαχών στη Μέση Ανατολή, μια μικρή χώρα στη βορειοανατολική άκρη της Νότιας Αμερικής, η Γουιάνα, εξελίσσεται στον μεγαλύτερο οικονομικό κερδισμένο της παγκόσμιας αναταραχής. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ και ο πόλεμος στο Ιράν εκτόξευσαν τις τιμές του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, μετατρέποντας τα υπεράκτια κοιτάσματα της χώρας σε μια αστείρευτη πηγή πλούτου.
Με ρυθμούς ανάπτυξης που δεν έχουν προηγούμενο παγκοσμίως, η οικονομία της Γουιάνας πενταπλασιάστηκε από το 2019, ενώ τα εβδομαδιαία έσοδα αγγίζουν πλέον τα 623 εκατομμύρια δολάρια.
Η συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή: η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να απεξαρτηθεί από τις παραδοσιακές πηγές ενέργειας, καταβάλλει επιπλέον «μπόνους» 10 δολαρίων ανά βαρέλι για το πετρέλαιο της Γουιάνας.
Ταυτόχρονα, η αποδυνάμωση των διεκδικήσεων της Βενεζουέλας, μετά τις πολιτικές εξελίξεις στη γειτονική χώρα, επιτρέπει στους ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η ExxonMobil, να επιταχύνουν τις έρευνες σε νέες περιοχές. Οι προβλέψεις για το 2026 είναι αστρονομικές, με τα συνολικά έσοδα να αναμένεται να αγγίξουν τα 33 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ωστόσο, αυτή η απότομη πλημμυρίδα δολαρίων συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους. Η Γουιάνα βρίσκεται αντιμέτωπη με την «κατάρα των πόρων», καθώς η οικονομία της εξαρτάται πλέον σχεδόν ολοκληρωτικά από το πετρέλαιο. Ο πληθωρισμός καλπάζει, με τις τιμές σε τρόφιμα και στέγαση να έχουν αυξηθεί κατά 75% την τελευταία πενταετία, ενώ η κοινωνία απειλείται από φαινόμενα διαφθοράς και σπατάλης.
Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση του Ιρφαάν Αλί είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτόν τον πρόσκαιρο πετρελαϊκό θησαυρό σε βιώσιμες υποδομές και σταθερή ευημερία, αποφεύγοντας τις κρίσεις που ιστορικά ακολουθούν τον «μαύρο χρυσό».