Μια αποκαλυπτική απόφαση αμερικανικού εφετείου έφερε στο φως ένα δίκτυο καταστρατήγησης των κυρώσεων, στο οποίο πρωταγωνιστεί μια τουρκική εταιρεία με Ιρανούς ιδιοκτήτες.
Η υπόθεση αφορά την κατάσχεση περισσότερων από 733.000 βαρελιών αργού πετρελαίου από τα δεξαμενόπλοια M/T Arina και M/T Nostos, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και της Δύναμης Quds, οργανώσεων που οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν ως τρομοκρατικές.
Σύμφωνα με τα δικογραφικά έγγραφα, τα οποία έφερε στο φως το nordicmonitor, η εταιρεία Aspan Petrokimya Co., με έδρα την Κωνσταντινούπολη, λειτούργησε ως «πλυντήριο» για τη μετατροπή του ιρανικού πετρελαίου σε έσοδα.
Η διαδικασία περιλάμβανε μια σειρά από εξελιγμένες μεθόδους απόκρυψης: το πετρέλαιο φορτωνόταν στο νησί Χαργκ του Ιράν και στη συνέχεια μεταφερόταν από πλοίο σε πλοίο (ship-to-ship) στη μέση της θάλασσας, με τους πομπούς εντοπισμού (AIS) απενεργοποιημένους.
Για να ολοκληρωθεί η απάτη, εκδίδονταν πλαστά έγγραφα που παρουσίαζαν το φορτίο ως προερχόμενο από το Ομάν.
Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνει ένα πάγιο μοτίβο στην Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπου ιρανικά δίκτυα εκμεταλλεύονται το τουρκικό χρηματοπιστωτικό και εταιρικό σύστημα για να παρακάμπτουν τις διεθνείς κυρώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πλοία διέσχισαν τα Στενά του Βοσπόρου, περνώντας από τα τουρκικά χωρικά ύδατα με ελάχιστο έλεγχο, παρά το παράνομο φορτίο τους.
Η δικαστική μάχη έληξε με τη νίκη των ΗΠΑ, καθώς το εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Aspan περί νόμιμης ιδιοκτησίας, κρίνοντας ότι το πετρέλαιο ανήκε στην Εθνική Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου (NIOC), η οποία τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο των IRGC.
Η απόφαση αυτή εκθέτει ανεπανόρθωτα την Τουρκία, ενισχύοντας τη διεθνή αντίληψη ότι η χώρα λειτουργεί ως «ασφαλές καταφύγιο» για παράνομες εμπορικές δραστηριότητες και δίκτυα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.