Η υπογραφή στη Μέκκα του τριμερούς αμυντικού συμφώνου μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δεν είναι μία ακόμη περιφερειακή συμφωνία συνεργασίας. Είναι ένα γεγονός που μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, από την Ανατολική Μεσόγειο και τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Νότια Ασία. Και η σημασία του βρίσκεται κυρίως σε μία φράση: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η ρήτρα αυτή μετατρέπει μια διαδικασία, που ξεκίνησε ως σύγκλιση συμφερόντων, σε μηχανισμό συλλογικής αποτροπής. Η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν είχαν ήδη υπογράψει από τον Σεπτέμβριο του 2025 αντίστοιχη διμερή συμφωνία. Τον Ιανουάριο του 2026, το Reuters αποκάλυψε ότι οι τρεις χώρες επεξεργάζονταν επί μήνες σχέδιο τριμερούς συμφωνίας. Εκείνο που τότε αποτελούσε υπό διαπραγμάτευση σχέδιο απέκτησε πλέον θεσμική υπόσταση.
Δεν πρόκειται, τουλάχιστον ακόμη, για ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Το Chatham House είχε ήδη επισημάνει, ότι μια τέτοια περιγραφή είναι παραπλανητική, ενώ η ίδια η Σαουδική Αραβία έσπευσε μετά την υπογραφή να διευκρινίσει, ότι δεν δημιουργείται θρησκευτικό ή στρατιωτικό μπλοκ. Όμως οι λέξεις δεν πρέπει να αποκρύπτουν την ουσία. Δημιουργείται ένας πυρήνας τριών κρατών με συμπληρωματικά χαρακτηριστικά ισχύος: το σαουδαραβικό οικονομικό βάρος, η τουρκική αμυντική βιομηχανία και η εμπειρία ενός στρατού ενταγμένου στο ΝΑΤΟ και η πακιστανική στρατιωτική ισχύς μιας χώρας που διαθέτει πυρηνικά όπλα.
Το πρώτο μεγάλο μήνυμα απευθύνεται στο Ιράν. Η συμφωνία υπογράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει ξανά απειλές κατά κρίσιμων ενεργειακών και άλλων υποδομών της, ενώ η περιφερειακή αντιπαράθεση έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τους Χούθι και άλλες φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις. Η Τεχεράνη αντέδρασε ήδη αρνητικά. Το σύμφωνο δεν κατονομάζει αντίπαλο, αλλά η χρονική συγκυρία καθιστά προφανές ότι η αποτροπή απέναντι στο ιρανικό δίκτυο ισχύος αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους του.
Το δεύτερο μήνυμα αφορά τις ΗΠΑ. Το Ριάντ δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική σχέση του με την Ουάσιγκτον και η Άγκυρα παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Όμως και οι δύο επιδιώκουν περισσότερες επιλογές. Το Chatham House περιγράφει αυτή την πολιτική με τον όρο «hedging», δηλαδή δημιουργία παράλληλων δικτύων ώστε μια χώρα να μην εξαρτάται αποκλειστικά από έναν ισχυρό σύμμαχο, (ο όρος hedging προέρχεται από την οικονομία και σημαίνει, περίπου, «αντιστάθμιση κινδύνου», στα γεωπολιτικά, όμως, είναι η στρατηγική κατά την οποία ένα κράτος αποφεύγει να εξαρτηθεί αποκλειστικά από μία μεγάλη δύναμη ή μία συμμαχία). Για την Τουρκία, μάλιστα, το κέρδος δεν είναι τόσο η πρόσθετη στρατιωτική προστασία όσο η δυνατότητα να αυξήσει το περιφερειακό της βάρος, τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων και την πρόσβασή της σε σαουδαραβικά κεφάλαια.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια. Το σύμφωνο μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής κοινών εξοπλιστικών προγραμμάτων, μεταφοράς τεχνολογίας, παραγωγής πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων, ναυπηγικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Αναλυτές, που επικαλείται το Associated Press, θεωρούν πιθανότερη αυτή τη βαθύτερη τεχνολογική και βιομηχανική ολοκλήρωση από μαζικές μετακινήσεις τουρκικών ή πακιστανικών στρατευμάτων. Το σημαντικότερο προϊόν του συμφώνου, επομένως, μπορεί να μην είναι ένας κοινός στρατός, αλλά ένα κοινό αμυντικό οικοσύστημα.
Υπάρχει βεβαίως και ο «πυρηνικός ελέφαντας» στο δωμάτιο…Το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη. Αυτό δεν σημαίνει, ότι η συμφωνία προσφέρει αυτομάτως πακιστανική πυρηνική ομπρέλα στο Ριάντ ή στην Άγκυρα. Το Ισλαμαμπάντ έχει υποβαθμίσει τέτοιες ερμηνείες και η Σαουδική Αραβία δηλώνει, ότι το σύμφωνο δεν συνδέεται με πυρηνικές φιλοδοξίες ή εξοπλιστική κούρσα. Η ύπαρξη όμως πυρηνικής δύναμης μέσα σε ένα σύστημα συλλογικής αποτροπής αλλάζει αναπόφευκτα τους υπολογισμούς φίλων και αντιπάλων.
Για το Ισραήλ η εξέλιξη δημιουργεί έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας. Οι σχέσεις Άγκυρας-Ιερουσαλήμ έχουν επιδεινωθεί σημαντικά, ενώ Τουρκία και Πακιστάν έχουν υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρές θέσεις απέναντι στην ισραηλινή πολιτική. Η Σαουδική Αραβία, όμως, έχει διαφορετικούς υπολογισμούς και δύσκολα θα επιθυμούσε μια συμφωνία που θα την εγκλώβιζε αυτομάτως σε κάθε τουρκοϊσραηλινή κρίση. Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο τεστ του νέου σχήματος: πώς θα εφαρμοστεί η συλλογική άμυνα όταν τα τρία κράτη έχουν διαφορετικούς αντιπάλους και διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες;
Το ίδιο ερώτημα αφορά την Ινδία. Το Νέο Δελχί βλέπει πλέον τον βασικό του αντίπαλο, το Πακιστάν, να αποκτά θεσμοθετημένη αμυντική σχέση με δύο σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις. Το Middle East Institute είχε ήδη επισημάνει, ότι η προηγούμενη συμφωνία Ριάνα-Ισλαμαμπάντ ενίσχυε τη θέση του Πακιστάν έναντι της Ινδίας. Η Τουρκία έχει επίσης ταχθεί πολιτικά στο πλευρό του Πακιστάν σε κρίσιμα ζητήματα, ενώ η Σαουδική Αραβία διατηρεί ταυτόχρονα βαθιές οικονομικές σχέσεις με την Ινδία.
Και εδώ η συμφωνία αποκτά άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και την Κύπρο. Θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί, ότι δημιουργεί αυτομάτως έναν νέο στρατιωτικό κίνδυνο για την Αθήνα. Το Chatham House εκτιμά ότι το Πακιστάν δύσκολα θα εμπλεκόταν σε άμεση σύγκρουση με ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ όπως η Ελλάδα. Ωστόσο, η ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η δυνατότητα χρηματοδότησης από τον Κόλπο και η δημιουργία δικτύων στρατιωτικής τεχνολογίας που εκτείνονται μέχρι το Πακιστάν μεταβάλλουν σταδιακά το περιβάλλον ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Αθήνα επομένως δεν πρέπει να διαβάσει τη συμφωνία φοβικά, αλλά στρατηγικά. Όσο η Τουρκία διευρύνει τα δίκτυα ισχύος της προς τον μουσουλμανικό κόσμο, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά για την Ελλάδα η εμβάθυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, την Ινδία, την Κύπρο, τις ΗΠΑ, τις αραβικές μοναρχίες και τις περιφερειακές δυνάμεις, που επιζητούν ισορροπία απέναντι στην, όλο και αυξανόμενη, τουρκική επιρροή. Η απάντηση στα νέα περιφερειακά σχήματα δεν είναι η απομόνωση, αλλά η δημιουργία ισχυρότερων δικών μας συμμαχιών και διασυνδέσεων.
Το σύμφωνο της Μέκκας δεν αλλάζει μέσα σε μία ημέρα τον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Δείχνει όμως προς ποια κατεύθυνση κινείται ο νέος κόσμος: Λιγότερη αποκλειστική εξάρτηση από τις παλιές συμμαχίες, περισσότερα ευέλικτα περιφερειακά σχήματα και κράτη, που επιχειρούν να μετατρέψουν την οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική τους ισχύ σε συλλογική επιρροή.
Και σε αυτόν τον κόσμο, όποιος δεν δημιουργεί δίκτυα ισχύος κινδυνεύει να βρεθεί μέσα στα δίκτυα των άλλων.
Πηγή: tomanifesto.gr