Στο επίκεντρο του οικονομικού σχεδιασμού της κυβέρνησης ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης βρίσκεται η σταδιακή αποκλιμάκωση και τελικά η κατάργηση της προκαταβολής φόρου. Το μέτρο αυτό, το οποίο διαχρονικά στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά, αναμένεται να αποτελέσει το «βαρύ πυροβολικό» των πρωθυπουργικών εξαγγελιών, με στόχο την τόνωση των ταμειακών διαθεσίμων των επιχειρήσεων.
Η ανάγκη για μια τέτοια παρέμβαση κρίνεται επιτακτική, καθώς το υφιστάμενο σύστημα υποχρεώνει τους επαγγελματίες να προπληρώνουν φόρο για μελλοντικά, μη εξασφαλισμένα εισοδήματα, με βάση τις επιδόσεις του προηγούμενου έτους. Η στρέβλωση αυτή λειτουργεί ως πρόσθετο οικονομικό βάρος, δυσχεραίνοντας τον προγραμματισμό και πλήττοντας κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.
Πώς διαμορφώνεται το βασικό σενάριο ελαφρύνσεων
Σήμερα, τα ποσοστά προκαταβολής φόρου παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά, πιέζοντας ασφυκτικά την αγορά καθώς καταβάλλονται ταυτόχρονα με τον κύριο φόρο:
- 80% για τα νομικά πρόσωπα και τις επιχειρήσεις.
- 100% για τα τραπεζικά ιδρύματα.
- 55% για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις.
Το κυβερνητικό πλάνο προβλέπει μια βήμα-προς-βήμα μείωση αυτών των ποσοστών, η ταχύτητα της οποίας θα εξαρτηθεί άμεσα από την πορεία των δημόσιων εσόδων και τα περιθώρια του Προϋπολογισμού. Η παρέμβαση αυτή δεν θα είναι η μόνη, καθώς στο ίδιο «πακέτο της ΔΕΘ» εξετάζεται η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, η μείωση των φορολογικών συντελεστών, διορθώσεις στο τεκμαρτό σύστημα των επαγγελματιών, καθώς και περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
Την πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει την επιχειρηματικότητα επιβεβαίωσε και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος σε παρέμβασή του στο συνέδριο του Capital.gr σημείωσε ότι οι επιχειρήσεις αποτελούν σταθερή προτεραιότητα. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι, μετά τις μειώσεις φόρων και την ψηφιοποίηση του κράτους, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αφαιρέσει επιπλέον βάρη, εξαντλώντας τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, χωρίς ωστόσο να παραβλέπονται τα οξέα κοινωνικά προβλήματα.
Το ευρωπαϊκό παράδειγμα και η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η βασική διαφορά της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη έγκειται στο γεγονός ότι στα περισσότερα κράτη-μέλη η προκαταβολή λειτουργεί ως ένας ελαστικός μηχανισμός σταδιακής αποπληρωμής και όχι ως ένα εφάπαξ, βαρύ χαράτσι που υπολογίζεται τυφλά επί των κερδών του παρελθόντος.
Γερμανία & Γαλλία: Ο φόρος καταβάλλεται σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, με τη Γερμανία να δίνει τη δυνατότητα άμεσης προσαρμογής των δόσεων αν αλλάξουν τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης.
Ολλανδία & Ισπανία: Εφαρμόζονται συστήματα προσωρινών εκτιμήσεων ή υπολογισμού με βάση τα τρέχοντα αποτελέσματα του έτους (π.χ. των πρώτων 3, 9 ή 11 μηνών στην Ισπανία), αποτρέποντας την οικονομική ασφυξία όταν η κερδοφορία υποχωρεί.
Ιταλία: Το μοντέλο προσεγγίζει περισσότερο το ελληνικό, καθώς απαιτείται προκαταβολή ύψους 100% της προηγούμενης χρήσης, η οποία ωστόσο επιμερίζεται σε δύο δόσεις (40% και 60%).