Οι πρόσφατες προειδοποιήσεις του Σι Τζινπίνγκ προς τον Ντόναλντ Τραμπ, κατά τις οποίες χαρακτήρισε την Ταϊβάν ως «στρατιωτική κόκκινη γραμμή» και κάλεσε σε αποφυγή της «Παγίδας του Θουκυδίδη», ερμηνεύτηκαν από πολλούς ως μια ακόμη τυπική κλιμάκωση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ βαθύτερη.
Η στάση της Κίνας δεν αφορά πλέον μόνο το περιφερειακό ζήτημα της Ταϊβάν, αλλά αντικατοπτρίζει τη νέα, ριζοσπαστική αξιολόγηση του Πεκίνου για την αμερικανική ισχύ, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν.
Για την κινεζική ηγεσία, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν ήταν μια τοπική κρίση, αλλά ένα καθοριστικό τεστ για τις πραγματικές δυνατότητες της Ουάσιγκτον να διαχειριστεί την παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Η αποκάλυψη της αμερικανικής υπερεξάπλωσης
Το συμπέρασμα που εξήγαγε το Πεκίνο από τον πόλεμο στο Ιράν είναι μάλλον ανησυχητικό για την Ουάσιγκτον. Η παραδοσιακή εικόνα της αήττητης, αποτελεσματικής και χαμηλού κόστους υπερδύναμης της μεταψυχροπολεμικής εποχής ανήκει στο παρελθόν.
Η κυβέρνηση Τραμπ επεδίωξε μέσω της στρατιωτικής αναμέτρησης με την Τεχεράνη να αποκαταστήσει την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ και να στείλει ένα μήνυμα δύναμης σε παγκόσμιους ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία. Αντίθετα, όμως, με τις αρχικές προσδοκίες, ο πόλεμος εξελίχθηκε σε μια μακροχρόνια αναμέτρηση φθοράς.
Η ενεργειακή κρίση, οι απειλές στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, οι επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις και οι τεράστιες αμυντικές δαπάνες εγκλώβισαν την Ουάσιγκτον σε έναν γνώριμο κύκλο εξάντλησης, παρόμοιο με εκείνον του Ιράκ και του Αφγανιστάν.
Για την Κίνα, αυτή η εξέλιξη απάντησε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορούν οι ΗΠΑ να διαχειριστούν ταυτόχρονα πολλαπλά μεγάλα μέτωπα; Η απάντηση φαίνεται πως είναι αρνητική. Η μεγαλύτερη αδυναμία της Αμερικής σήμερα είναι η «στρατηγική υπερεξάπλωση».
Με την Ουάσιγκτον να είναι αναγκασμένη να διαχειριστεί ταυτόχρονα τον πόλεμο στην Ουκρανία, την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό στον Ινδο-Ειρηνικό, οι στρατιωτικοί της πόροι εξαντλούνται, ενώ η γεωπολιτική της συγκέντρωση και η ικανότητα λήψης αποφάσεων διασπώνται επικίνδυνα.
Η διάβρωση της αποτροπής και η «Παγίδα του Θουκυδίδη»
Η αυτοπεποίθηση με την οποία ο Σι Τζινπίνγκ θέτει πλέον τις κόκκινες γραμμές του πηγάζει από την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ είναι πολύ πιο ευάλωτες και κουρασμένες απ' ό,τι αντιλαμβάνονται οι ίδιες. Ο πόλεμος με το Ιράν διέβρωσε την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής, η οποία δεν βασίζεται μόνο στα όπλα, αλλά και στην αντίληψη ότι μια δύναμη διαθέτει τη βούληση να τα χρησιμοποιήσει βιώσιμα.
Η εικόνα που εκπέμπει σήμερα η Αμερική είναι εκείνη μιας χώρας που επωμίζεται δυσβάσταχτο κόστος για να διατηρήσει την παρουσία της, την ώρα που η εγχώρια κοινή γνώμη δεν ανέχεται πλέον πολέμους φθοράς και η κοινωνία μαστίζεται από έντονη πολιτική πόλωση και οικονομικές πιέσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αναφορά του Κινέζου ηγέτη στην «Παγίδα του Θουκυδίδη» αποκτά νέο νόημα. Δεν αποτελεί απλώς προειδοποίηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ μιας κυρίαρχης και μιας ανερχόμενης δύναμης, αλλά μια έμμεση αναγνώριση ότι οι ΗΠΑ, βλέποντας την ηγεμονία τους να αμφισβητείται, ενδέχεται να καταφύγουν σε πιο επιθετικές και ρισκαδόρικες πολιτικές.
Το στρατηγικό λάθος της Ουάσιγκτον και η φάση μετάβασης
Το μεγαλύτερο σφάλμα της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, σύμφωνα με την κινεζική οπτική, ήταν ότι τη στιγμή που το παγκόσμιο κέντρο βάρους μετατοπιζόταν προς την Ασία, εκείνος επέλεξε να εμπλέξει ξανά τις ΗΠΑ στις κρίσεις της Μέσης Ανατολής.
Ο καθοριστικός ανταγωνισμός του 21ου αιώνα δεν κρίνεται στον Περσικό Κόλπο, αλλά στον Ινδο-Ειρηνικό. Για το Πεκίνο, το ιδανικό σενάριο δεν είναι ένας απευθείας πόλεμος με τις ΗΠΑ, αλλά η παραμονή της Ουάσιγκτον σε κοστοβόρα και εξαντλητικά μέτωπα. Όσο οι αμερικανικοί πόροι δεσμεύονται στη Μέση Ανατολή, τόσο λιγότερο ικανή γίνεται η Ουάσιγκτον να περιορίσει την Κίνα μακροπρόθεσμα στον Ειρηνικό.
Οι σινικές σχέσεις εισέρχονται πλέον σε μια επικίνδυνη φάση «ηγεμονικής μετάβασης», όπου η κυρίαρχη δύναμη αδυνατεί να επιβάλει την τάξη και η ανερχόμενη δεν έχει ακόμη αντικαταστήσει πλήρως την προηγούμενη. Σε τέτοιες περιόδους, ο κίνδυνος γεωπολιτικού λάθους αυξάνεται κατακόρυφα.
Αν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να πιστεύει ότι μπορεί να ελέγχει ταυτόχρονα όλα τα παγκόσμια μέτωπα βασιζόμενη μόνο στη στρατιωτική ισχύ, το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να επιταχύνει τη δική της παρακμή. Το μήνυμα ελήφθη καθαρά στο Πεκίνο, και οι Κινέζοι ηγέτες πιστεύουν πλέον ακράδαντα ότι ο χρόνος κυλά υπέρ τους.